28/09/2021 Γιάννης Γραμματόπουλος 798

 Τα όνειρα και  η ερμηνεία τους στην περίπτωση της Ντόρας

Από τα μαθήματα της ΑΚΣΠΑ για το όνειρο, 2019-20

 

Με αφετηρία την πρόσφατα εκδοθείσα «Ερμηνεία των ονείρων»[1], ο Φρόυντ ερμήνευσε τα όνειρα της Ντόρας στο πλαίσιο της θεωρίας μιας «(μεταμφιεσμένης) εκπλήρωσης μιας (καταπιεσμένης, απωθημένης) επιθυμίας»[2] που αφορούσε τον κύριο Κ. και τον πατέρα. Ωστόσο, στη συγγραφή και τη δημοσίευση της περίπτωσης που ακολούθησε, ο Φρόυντ σχολιάζει και μια άλλη λιβιδινική επένδυση, την οποία ο Λακάν θα καταστήσει κεντρική στη δική του ανάγνωση της περίπτωσης και των ονείρων της Ντόρας, όπως και της υστερίας γενικότερα – μια επένδυση που για το Ζακ-Αλέν Μιλέρ βρισκόταν ήδη μεταξύ των στρώσεων του «χάμπουργκερ τύπου MacDonalds» που είχε σερβίρει η Ντόρα στο Φρόυντ[3]. Πρόκειται για το ενδιαφέρον της Ντόρας για την κα Κ., το οποίο ο Φρόυντ δεν είχε λάβει υπόψη στην ερμηνεία των ονείρων, παρότι για τον Λακάν η σημασία του είναι εμφανής και στα δυο όνειρα – μάλιστα, είναι εκείνο που κινητοποιεί τη δημιουργία τους. Ο Φρόυντ είχε αρχικά υποθέσει πως η Ντόρα έβαζε τον εαυτό της στη θέση της κυρίας Κ., την οποία ζήλευε, όπως ζήλευε παλιότερα τη μητέρα της, καθώς εκείνη ήταν το αντικείμενο αγάπης του πατέρα – συνεπώς υπήρχε μια ταύτιση μ’ εκείνην. Μόνο εκ των υστέρων σημείωνε πως «η κυρίαρχη σκέψη της Ντόρας, που αναφερόταν στη σχέση του πατέρα και της κυρίας Κ., δεν αποσκοπούσε μόνο στην απώθηση του αρχικά συνειδητού έρωτα προς τον κύριο Κ., αλλά και στη συγκάλυψη του ασυνείδητου έρωτα προς την κα Κ.»[4]«το ισχυρότερο από τα ασυνείδητα ρεύματα της ψυχικής της ζωής»[5].

Στην «Παρέμβαση για τη μεταβίβαση» του 1951, ο Λακάν θα διαβάσει την περίπτωση ως μια διαδικασία διαλεκτικών ανατροπών, οι οποίες οδηγούν κάθε φορά σε μια ανάπτυξη της αλήθειας. Η πρώτη διαλεκτική ανατροπή είναι όταν ο Φρόυντ ρωτά τη Ντόρα για το δικό της μερίδιο ευθύνης στο κατηγορητήριο που εξαπολύει για την υποτιθέμενη συναλλαγή που έχει λάβει χώρα μεταξύ πατέρα και κυρίου Κ. και που είναι η πρώτη ανάπτυξη της αλήθειας. Η ανατροπή αυτή οδηγεί στη δεύτερη ανάπτυξη της αλήθειας, ότι δηλαδή η Ντόρα έχει κάποια συνενοχή – ακόμα και άγρυπνη προστασία[6]– σ’ αυτό το ερωτικό γαϊτανάκι. Αυτή η ανάπτυξη θα δώσει το έναυσμα για να φωτιστούν διαφορετικά οι σχέσεις του κουαρτέτου και να αναδυθεί η οιδιπόδεια σχέση με τον πατέρα «μέσω μιας ταύτισης»[7]. Ιδού μια πρώτη διαφοροποίηση της ανάγνωσης της περίπτωσης μεταξύ Φρόυντ και Λακάν: ο πατέρας όχι ως αντικείμενο οιδιπόδειας αγάπης, αλλά ταύτισης. Με την επερώτηση του Φρόυντ για τη ζηλοτυπία προς τον πατέρα έρχεται η δεύτερη διαλεκτική ανατροπή, η οποία αφορά το κρυμμένο ενδιαφέρον για το «πρόσωπο του αντίζηλου υποκειμένου»[8], δηλαδή της κυρίας Κ. Έτσι οδηγούμαστε στην τρίτη ανάπτυξη της αλήθειας, η οποία αφορά τη σχέση της Ντόρας με την κυρία Κ., δηλαδή το ότι θαύμαζε το ωραίο της κορμί, το ότι εκμυστηρευόταν στη Ντόρα τη σχέση της με τον άντρα της κ.λπ.

Μια τρίτη διαλεκτική που θα αφορούσε το τι κερδίζει η Ντόρα από αυτήν τη σχέση, θα μπορούσε να έχει φανερώσει την «πραγματική αξία του αντικειμένου που αποτελεί η κυρία Κ. για την Ντόρα. Δηλαδή ότι δεν πρόκειται για ένα άτομο, αλλά για ένα μυστήριο, το μυστήριο της ίδιας της τής θηλυκότητας, της θηλυκότητας του σώματός της εννοούμε – όπως φαίνεται απροκάλυπτα στο δεύτερο από τα δυο όνειρα […] στα οποία παρακαλούμε να ανατρέξετε για να διαπιστώσετε πόσο απλουστεύεται η ερμηνεία τους με τη βοήθεια του σχολίου μας»[9]. Ωστόσο, αυτή η διαλεκτική ανατροπή δε συμβαίνει, καθώς ο Φρόυντ είναι τυφλωμένος από τη συμπάθειά του για τον κύριο Κ.,  από την πίστη του στη «φυσική και όχι ομαλοποιητική» υπεροχή της πατρικής φιγούρας και από την προκατάληψή του για το τι κάνουν τα κορίτσια μ’ αυτά τα ζητήματα. Δρα, δηλαδή, με βάση τις προκαταλήψεις του, τα πάθη, τις δυσχέρειες και την ανεπαρκή πληροφόρηση του αναλυτή σε μια συγκεκριμένη στιγμή της διαλεκτικής διαδικασίας· ό,τι ορίζει, με λίγα λόγια, για το Λακάν, την αντιμεταβίβαση[10].

Ο Λακάν δείχνει, έτσι, πως όχι μόνο ο πατέρας της Ντόρας δεν είναι αντικείμενο αγάπης αλλά ταύτισης, αλλά και ότι η κυρία Κ. δεν είναι η αντίζηλος της οποίας τη θέση ήθελε να καταλάβει, αλλά το αντικείμενο αγάπης, το οποίο αφορά το μυστήριο της θηλυκότητας. Πρόκειται για την «αναγνώριση της θηλυκότητας» που, με τα λόγια του Λακάν, «θα πρέπει να επωμισθεί [ως υποκείμενο] στο ίδιο της το σώμα, γιατί διαφορετικά παραμένει στο έλεος του λειτουργικού κατακερματισμού (για να αναφερθούμε στη θεωρητική συμβολή του σταδίου του καθρέφτη), ο οποίος στοιχειοθετεί τα συμπτώματα μετατροπής»[11]. Ο δε κύριος Κ. δεν είναι παρά μια τέτοιας τάξης φιγούρα, δηλαδή στο πλαίσιο του σταδίου του καθρέφτη, φαντασιακής ταύτισης της Ντόρας, όπως ακριβώς γίνεται και ο Φρόυντ. Σχολιάζοντας τη μυρωδιά του καπνού μετά το πρώτο όνειρο, το «όνειρο μεταβίβασης», ο Λακάν σχολιάζει πως «η Ντόρα ταυτίστηκε με τον κύριο Κ., όπως ταυτίζεται και με τον ίδιο τον Φρόυντ»[12]. Ας θυμηθούμε πως στο σχόλιο του Φρόυντ πως και ο ίδιος καπνίζει και ίσως εκείνη επιθυμούσε το «φιλί του καπνιστή», η Ντόρα είχε αντιτείνει πως και η ίδια κάπνιζε, και μάλιστα λίγο πριν το χαστούκι στη σκηνή της λίμνης ο κος Κ. είχε στρίψει και στην ίδια ένα τσιγάρο.

Σχολιάζοντας τον άστοχο χειρισμό της μεταβίβασης από το Φρόυντ, ο Λακάν δανείζεται τη φράση ‘Flectere si neqeuo superosAcheronta movebo’ («αν δεν μπορώ να κινήσω τις ουράνιες δυνάμεις, θα κινήσω τον Αχέροντα»)[13] που ο Φρόυντ είχε θέσει ως επίγραμμα στην «Ερμηνεία των ονείρων» και σε μια υποσημείωση του 1925 σημείωνε ότι «έμελλε να υποδηλώσει την επιδίωξη των απωθημένων παρορμήσεων»[14], δηλαδή τη δράση στο επίπεδο του ασυνειδήτου[15]. Ο Λακάν σημειώνει πως «επειδή μπήκε περισσότερο από ότι θα έπρεπε στη θέση του κυρίου Κ., ο Φρόυντ δεν κατόρθωσε αυτή τη φορά να ταράξει τον Αχέροντα»[16]. Με άλλα λόγια, μένοντας στο επίπεδο του καθρέφτη, δηλαδή του φαντασιακού άξονα, απομακρύνθηκε από τον συμβολικό, όπου εκτυλίσσεται αυτή η «επιδίωξη των απωθημένων παρορμήσεων».

Θέλοντας και μη, έχουμε ήδη αναφερθεί στις συντεταγμένες του σχήματος L που ο Λακάν εισάγει στο σεμινάριό του λίγα χρόνια αργότερα, και μάλιστα εφαρμόζει στην περίπτωση της Ντόρας στο 4ο σεμινάριο. Το σχήμα L εισάγεται στο 2ο σεμινάριο, «Το Εγώ στη θεωρία του Φρόυντ και στην τεχνική της ψυχανάλυσης», του 1954-55, και αναπαριστά τους δυο άξονες, το φαντασιακό, που ο Λακάν έχει επεξεργαστεί ήδη από τη δεκαετία του ’30 με το «στάδιο του καθρέφτη», και το συμβολικό, που αποτελεί την κύρια επεξεργασία της «Επιστροφής στο Φρόυντ».

Ας προσπαθήσουμε να αντιστοιχήσουμε τις συντεταγμένες του με την περίπτωση και τα όνειρα της Ντόρας. Έχουμε ήδη μιλήσει για τη φαντασιακή ταύτιση της Ντόρας με τον κύριο Κ. και με το Φρόυντ, που εμφανίστηκε στο μεταβιβαστικό όνειρο με το στοιχείο της μυρωδιάς του καπνού. Δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε πού θα τοποθετούσαμε τη σχέση Ντόρας-κυρίου Κ. στο σχήμα L. Στο 3ο σεμινάριο ο Λακάν δηλώνει με σαφήνεια πως «ο κύριος Κ είναι το εγώ της Ντόρας»[17], με τον οποίο ταυτίζεται[18]. Θα πρέπει όμως να κάνουμε ακόμη ένα βήμα προκειμένου να τοποθετήσουμε σωστά τα άλλα δυο πρόσωπα του κουαρτέτου, δηλαδή τον πατέρα και την κα Κ. Ήδη στην «Παρέμβαση για τη μεταβίβαση», ο Λακάν σημειώνει πως η κυρία Κ. είναι κάτι πέρα από πρόσωπο, είναι ένα μυστήριο, το μυστήριο της θηλυκότητας για τη Ντόρα. Αυτό το σχόλιο μας δείχνει πως το καθεστώς της θα πρέπει να το αναζητήσουμε πέρα από το φαντασιακό άξονα όπου τοποθετούνται οι μορφές των φαντασιακών ταυτίσεων του υποκειμένου.

Στο 3ο σεμινάριο ο Λακάν ορίζει τη δομή της νεύρωσης ως ένα ερώτημα «κρυφό και φιμωμένο»[19], το οποίο μάλιστα το υποκείμενο θέτει με το εγώ του. Σχολιάζοντας μάλιστα την περίπτωση της Ντόρας, διερωτάται: «τι λέει η υστερική γυναίκα; Το ερώτημα είναι το εξής: - Τι είναι να είσαι γυναίκα;[20]». Κατά την περίοδο λοιπόν αυτή που ο Λακάν προσεγγίζει τη νεύρωση ως κλινική των ερωτημάτων, όπου το υστερικό ερώτημα διατυπώνεται με τη μορφή «είμαι άνδρας ή γυναίκα;» Ιδού, λοιπόν, η θέση της κυρίας Κ., πέραν οποιασδήποτε φανταστικής οιδιπόδειας αντιζηλίας για τα μάτια του πατέρα ή του κυρίου Κ.: είναι εκείνη που μπορεί να ενσαρκώσει την απάντηση στο ερώτημά της Ντόρας τι είναι να είσαι γυναίκα, το οποίο θέτει χρησιμοποιώντας τον άνδρα, με τον οποίο ταυτίζεται ως μέσον. Και ποιο θα ήταν το καλύτερο «ανδρείκελο» - όπως τον ονομάζει ο Λακάν στην «Παρέμβαση για τη μεταβίβαση» - για να τεθεί αυτό το ερώτημα, από τον άνδρα της κας Κ., ο οποίος θα συνέχιζε να εξυπηρετεί μια χαρά το σκοπό αυτό, αν δεν είχε την απερισκεψία να εκστομίσει τα λόγια «η γυναίκα μου δεν είναι τίποτε για μένα»; Το χαστούκι που επακολουθεί, δεν  είναι εκδήλωση ζηλοτυπίας ή προσβολής επειδή εξισώνεται η Ντόρα με την γκουβερνάντα, αλλά συνδέεται με το γεγονός ότι της είναι, πλέον, άχρηστος: «αν η γυναίκα σου δεν είναι τίποτε για σένα τότε πώς θα έχω εγώ πρόσβαση σε εκείνη;», θα μπορούσε να λέει.

Το μείζον πρόβλημα της υστερικής, λοιπόν, «έγκειται στην υποκειμενικοποίηση της γυναικείας ταυτότητας»[21] και γύρω από αυτό περιστρέφονται τα όνειρα της Ντόρας, και όχι μια προσφυγή στον πατέρα μέσω του κυρίου Κ. Η Ντόρα αναρωτιέται για τον «ορισμό που της διαφεύγει», ώστε «να ιδεαστεί εκείνο που δεν κατορθώνει να συμβολίσει», με το να «αποπειράται να συμβολίσει το γυναικείο όργανο»[22]. Εκείνο που ο Φρόυντ είδε στα όνειρα ως κίνδυνο ενούρησης ή διακόρευσης των γεννητικών οργάνων δεν αφορά παρά το ερώτημα του είναι, το οποίο η Ντόρα προσπαθούσε να θέσει διατηρώντας το γαϊτανάκι σε λειτουργία ώστε να παραμένουν ανοιχτοί οι δίαυλοι με την κυρία Κ., καθώς αναζητάει μια απάντηση στο ερώτημα «τι αγαπάει ο πατέρας μου στην κυρία Κ;»[23]. Η κυρία Κ., σημειώνει ο Λακάν στο 4ο σεμινάριο, «είναι το ερώτημα της Ντόρας»[24], ενσαρκώνει το υποκειμενικό της ερώτημα για το είναι της ως γυναίκας. Αυτό είναι το ερώτημα που βρίσκεται στο κέντρο του περιεχομένου αλλά και της άρθρωσης των δυο ονείρων της Ντόρας. Όλα αυτά τα σημαίνοντα, κοσμηματοθήκη, σταθμός, κ.λπ., δε σημαίνουν τίποτε άλλο, μας λέει ο Λακάν, από αυτό το ερώτημα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα συμπτώματά της[25].

Στο 4ο σεμινάριο, ο Λακάν σημειώνει, επίσης, τη θεμελιώδη σημασία, την «κεντρική έννοια» της ανικανότητας του πατέρα[26]. Αυτό το θεμελιώδες χαρακτηριστικό το συναντούμε και στα δυο όνειρα: στο πρώτο με τη μορφή της αγωνίας του και στο δεύτερο με την είδηση του θανάτου του, που ο Φρόυντ βιάστηκε να αναγνώσει σαν την εκδήλωση μιας οιδιπόδειας επιθετικότητας. Ο ευνουχισμένος πατέρας είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για να τίθεται το ερώτημα της Ντόρας και ήταν «ευχής έργον» που αυτός ο βιομήχανος ήταν τόσο «ταλαίπωρος», και μάλιστα, την ταλαιπωρία του η Ντόρα έσπευδε να την αντιγράφει από μικρή, ταυτιζόμενη με την επιθυμία του[27]. Ο πατέρας για την υστερική ενσαρκώνει κλασσικά το συμβολικό Άλλο,[28] μιλάμε λοιπόν για μια ταύτιση όχι φαντασιακή, αλλά συμβολική, που ενθαρρύνεται από τον πανταχού παρόντα ευνουχισμό αυτού του ταλαίπωρου πατέρα. «Η επιθυμία του υστερικού», άλλωστε, θα δείξει ο Λακάν στο 11ο σεμινάριο, «είναι να υποστηρίζει την επιθυμία του πατέρα»[29]. Μπορούμε, λοιπόν, να προχωρήσουμε, τώρα που έχουμε στη διάθεσή μας όλους τους όρους, στην ανακατασκευή του σχήματος L, στην οποία προβαίνει ο Λακάν στο 4ο σεμινάριο, τροποποιημένο για την περίπτωση της Ντόρας[30].

Όπως ήδη είδαμε, τοποθετούμε τη Ντόρα και τον κύριο Κ. στις δυο άκρες του φαντασιακού άξονα, ως εγώ (α) και alter ego (α’), ενώ η κυρία Κ θα μπει στη θέση του υποκειμένου, όντας το υποκειμενικό της ερώτημα, και ο πατέρας στη θέση του μεγάλου, συμβολικού – και ευνουχισμένου – Άλλου. Ενθυμούμενοι τώρα από το κλασσικό σχήμα L, ότι το ασυνείδητο εκτυλίσσεται στον άξονα που πηγαίνει από το S στο Α, δεν μπορούμε παρά να εκφράσουμε τη διατύπωση ότι τα όνειρα της Ντόρας, η βασιλική οδός για το ασυνείδητό της, αυτό το μόρφωμα του ασυνειδήτου της, δεν αφορά τον κύριο Κ., αλλά εκείνο που εκτυλίσσεται ανάμεσα στον ευνουχισμένο πατέρα και τον τόπο, το μυστήριο, που ενσαρκώνει το ερώτημά της.

Αυτή, βεβαίως, είναι η προσέγγιση του Λακάν στην υστερία και στα όνειρα της Ντόρας κατά τη λεγόμενη «κλασσική» περίοδο της διδασκαλίας του, δηλαδή την περίοδο του συμβολικού, που διατυπώνεται κυρίως τη δεκαετία του ’50. Στη συνέχεια, όπως γνωρίζουμε, ο Λακάν μετακυλά αλλού την έμφαση για την υποκειμενικότητα, αλλά και για την ψυχανάλυση, αρχικά από την πλευρά της απόλαυσης – το ρηματικό παράδειγμα της οποίας αναλύει στο 17ο σεμινάριο, όπου επανέρχεται στην περίπτωση της Ντόρας – και τέλος του σινθώματος. Με βάση την ανάγνωση και την έμφαση στην απόλαυση, μπορούμε να αναλογιστούμε λίγο περισσότερο τι ήταν εκείνο που δυσκόλεψε το Φρόυντ στο να δει καθαρά και να πράξει διαφορετικά, πέρα από τον οιδιπόδειο «μύθο»;[1]

Για το Λακάν, η αιτία ήταν ότι, όπως και η υστερία, το Οιδιπόδειο είναι ένας μύθος που «παίζει το ρόλο της γνώσης που προβάλει αξίωση αλήθειας»[2]. Με άλλα λόγια, είναι μια ιστοριούλα, η οποία εμφανίζεται να εμπεριέχει γνώση για μια αλήθεια. Το ζήτημα είναι πως ο Φρόυντ έμεινε απλώς στο επίπεδο αυτής της ιστορίας, χωρίς να ενσκήψει στο τι υπάρχει πίσω από το μύθο, από τη μυθοπλασία για την αλήθεια. Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ μάς θυμίζει πως «υπάρχει κάποιο πραγματικό κάτω από το μύθο [εδώ μιλά για το μύθο των ενορμήσεων] και αυτό το πραγματικό είναι η απόλαυση»[3]. Ακριβώς εξαιτίας του ότι δεν στάθηκε στην απόλαυση των συμπτωμάτων της Ντόρας, προσφέροντάς της τη γνώση του Οιδιπόδειου, ο Φρόυντ έκανε το λάθος να υιοθετήσει, αντί για τη θέση του «υποκειμένου που υποτίθεται ως γνώση», «εκείνη του υποκειμένου που ξέρει»[4], αρνούμενος να δείξει στην Ντόρα το ενδιαφέρον του για την περίπτωσή της· μια στάση «εντελώς απονεκρωμένη»[5].

Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να έχει κάνει διαφορετικά ο Φρόυντ; Ο Λακάν λέει πως θα μπορούσε να δείξει στην Ντόρα ότι τον συνέχεε με τον κύριο Κ., αποφεύγοντας ίσως να φύγει από την ίδια τρύπα που είχε φύγει κι εκείνος εκστομίζοντας τα λόγια «δεν παίρνω τίποτε από τη γυναίκα μου». «Σίγουρα [η Ντόρα] θα το αρνούνταν, ωστόσο αυτό θα την έβαζε στον ορισμό της αληθινής της αγάπης»[6]. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να κάνει ό,τι έκανε μια δεκαετία αργότερα, με τον Άνθρωπο με τα ποντίκια, δηλαδή τον επιτυχή χειρισμό της μεταβίβασης που δεν έγινε στην περίπτωση της Ντόρας και όπου εκεί αποδίδει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ αποδίδει την αποτυχία στην περίπτωση της θεραπείας της[7]. Ας θυμηθούμε πως όταν ο Φρόυντ ζήτησε από τον Άνθρωπο με τα ποντίκια να του αφηγηθεί το περίφημο βασανιστήριο και συνάντησε την άρνηση του ασθενούς, εκείνος επέμεινε διευκρινίζοντας πως ο ίδιος δεν είναι καθόλου σκληρός με τάσεις προς την ωμότητα, αλλά είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν οι λεπτομέρειες, προς χάριν της θεραπείας. Βεβαίως, ας σημειωθεί και η σκανδαλώδης συμπάθεια του Φρόυντ για εκείνο το «λαμπρό νέο», την οποία δεν δίσταζε να δείξει τόσο κατ’ ιδίαν, όσο και στο κείμενο της περίπτωσής του. Ίσως λοιπόν μια ανάλογη συμπεριφορά προς την Ντόρα να είχε αλλάξει την πορεία της μεταβίβασης και της θεραπείας.

Απ’ την άλλη οφείλουμε να μην παραγνωρίσουμε την αξία της περίπτωσης της Ντόρας, την οποία ο Φρόυντ παρουσίασε παρότι επρόκειτο για μια θεραπεία διακοπείσα, κάτι που έκανε κάποιο συνομιλητή του Λακάν της δεκαετία του ’50 να ισχυριστεί μέχρι και ότι ο Φρόυντ δεν επέλεγε καλά τις περιπτώσεις που παρουσίαζε, καθώς εκεί η τεχνική είναι «αδέξια» και «αρχαϊκή»[8]. Ο Λακάν λέει πως ακριβώς αυτό πρέπει να μας προβληματίσει, ότι ο Φρόυντ, τον οποίο «πρέπει να τον εμπιστευόμαστε»[9], επέλεξε να μας μιλήσει γι’ αυτές τις περιπτώσεις.

Αυτό ίσως αφορά και το ίδιο το όνομα που επέλεξε ο Φρόυντ για να παρουσιάσει την περίπτωση. Στο μάθημά του «Για τη φύση των προσποιητών», ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ σημειώνει πως «τα αληθινά κύρια ονόματα της κλινικής είναι εκείνα που συμπεριλαμβάνουν για ένα υποκείμενο την υπέρ-απόλαυσή του, το αντικείμενο α του» και ότι «αυτά τα ονόματα δεν έχουν τίποτα να κάνουν με το Όνομα-του-πατρός»[10]. Η κατά κόσμον Ίντα Μπάουερ, δεν μας είναι, λοιπόν, γνωστή με ένα αντίστοιχο όνομα όπως «ο Άνθρωπος με τα ποντίκια» ή «ο Άνθρωπος με τους λύκους» (o Ζακ-Αλέν Μιλέρ επεκτείνει το σκεπτικό και στα υπόλοιπα κλασσικά ιστορικά ασθενείας δίνοντας τα εναλλακτικά ονόματα «ο μικρός με τα άλογα» [μικρός Χανς] και «ο Άνθρωπος με τους θεούς» [Σρέμπερ]). Ο Φρόυντ, μας λέει ο Μιλέρ, επέλεξε ένα επινοημένο όνομα, όπως «Ντόρα», προκειμένου να μηναποκαλέσει την ασθενή του «η Γυναίκα με τους άντρες»[11], δηλαδή, προκειμένου να μη δείξει πως η υπέρ-απόλαυσή της ή τα αντικείμενά της ήταν οι άνδρες, δηλαδή ο πατέρας και ο κος Κ. Όπως συμπέρανε εκ των υστέρων και ο ίδιος ο Φρόυντ και μας βοήθησε να διαβάσουμε ο Λακάν, η ρίζα των συμπτωμάτων και των ονείρων της Ντόρας δεν ήταν η αγάπη του άνδρα αλλά το είναι της γυναίκας.

 

 



[1] Ζακ Λακάν, 17ο Σεμινάριο, Η άλλη όψη της ψυχανάλυσης, σελ. 115

[2] Αυτόθι

[3] JAMBeing is desire, 2011

[4] ΖΑΜ, 1994, αυτόθι 

[5] Αυτόθι

[6] ΖΑΜ, Η εμπειρία του πραγματικού στην αναλυτική θεραπεία, μάθημα της 16/12/98

[7] ZAM, 1994, αυτόθι

[8] Λακάν, 1952, Ο ατομικός μύθος του νευρωτικού, σελ. 56

[9] Αυτόθι

[10] ΖΑΜ, 1991, Για τη φύση των προσποιητών, μάθημα της 27/11/91

[11] Αυτόθι

 

 

 


[1] Σ. Φρόυντ, 1900, Η ερμηνεία των ονείρων

[2] Αυτόθι, σελ. 157

[3] ΖΑΜ, Η λογική της θεραπείας, Silet, μάθημα της 22/6/94 

[4] Σ. Φρόυντ, Ντόρα, θραύσματα από την ανάλυση μιας υστερίας, σελ. 84-85

[5] Αυτόθι, σελ. 144

[6] Ζ. Λακάν, Παρέμβαση για τη μεταβίβαση, Η Ψυχανάλυση, 1

[7] Αυτόθι, σελ. 13

[8] Αυτόθι

[9] Αυτόθι, σελ. 14

[10] Αυτόθι, σελ. 17

[11] Αυτόθι

[12] Αυτόθι

[13] Από την Αινειάδα του Βιργιλίου.

[14] Σ. Φρόυντ, 1900, Η ερμηνεία των ονείρων, σελ. 597.

[15] Σύμφωνα με τον Έρνεστ Τζόουνς, ο Φρόυντ είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει  αυτή τη φράση σ’ ένα βιβλίο για την «ψυχολογία της υστερίας» και μάλιστα σ’ ένα κεφάλαιο για το σχηματισμό των συμπτωμάτων.

[16] Ζ. Λακάν, 1951, σελ. 17.

[17] Ζ. Λακάν, 3ο Σεμινάριο, Οι Ψυχώσεις, 1955-56, σελ. 200, μετάφραση Ρούλη Χριστοπούλου, Βλάσης Σκολίδης.

[18] Αυτόθι, σελ. 201

[19] Αυτόθι, σελ. 200

[20] Αυτόθι, σελ. 201

[21] Ε. Θεοδωρίδης, Τειρεσίας, 3, 2003, Η υστερία και η στέρηση, σελ. 78

[22] Λακάν, 1955-56, σελ. 204

[23] Ζ. Λακάν, 4ο Σεμινάριο, Η σχέση αντικειμένου, 1956-57, σελ. 141

[24] Αυτόθι, σελ. 146

[25] Αυτόθι

[26] Αυτόθι, σελ. 139

[27] V. Voruz, A Lacanian Reading of Dora, The Later Lacan, 2007, σελ. 167

[28] Αυτόθι, σελ. 162

[29] Ζ. Λακάν 1964, 11ο Σεμινάριο, Οι τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες της ψυχανάλυσης, σελ. 55

[30] Λακάν, 1956-57, σελ. 143

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ