28/09/2021 Ευάγγελος Ντούρος 334

Πιασμένοι στον ιστό της αράχνης

Κείμενο από την παρουσίαση της 11/12/2020 στο πλαίσιο της εκδήλωσης του Ψυχαναλυτικού Κύκλου Θεσσαλονίκης για το συνέδριο της NLS 2021

Εικόνα 1
Εικόνα 1

 

Οι επιπτώσεις της γλώσσας πάνω στο σώμα αρθρώνονται διαχρονικά στη διδασκαλία του Λακάν σύμφωνα με παραλλαγές που απλώνονται από τη σημαίνουσα απονέκρωση, στην κλασική φάση της διδασκαλίας του, μέχρι την επίπτωση απόλαυσης του χτυπήματος του σημαίνοντος πάνω στο σώμα, στον τελευταίο Λακάν.” 1

Οι επιπτώσεις της γλώσσας στο σώμα που αναφέρει το παραπάνω χωρίο ή αλλιώς οι σωματικές επιπτώσεις της γλώσσας που είναι και ο τίτλος του φετινού σεμιναρίου μας, βάζουν ήδη στο παιχνίδι δύο όρους, τη γλώσσα και το σώμα. Είναι δύο όροι που χρειάζονται διευκρινίσεις μιας και έχουν πολλαπλές σημασίες γενικά αλλά και ειδικά στο έργο του Freud και του Lacan.

 

Γλώσσα

Η γλώσσα κατέχει ξεχωριστή θέση στο έργο του Lacan- όπως και στο έργο του Freud- και αποτελεί εμβληματικό χαρακτηριστικό της διδασκαλίας του. Θα ήθελα, έτσι, να ξεκινήσω από το έργο του Freud για τις αφασίες, το οποίο εκδόθηκε στα ελληνικά το 20022. Θεωρείται μέρος των «νευρολογικών» εργασιών του αλλά πιστεύεται ότι αποτελεί τομή για τον ίδιο και ανοίγει το δρόμο για τα επόμενα έργα του.

Εκδόθηκε το 1891, ο Freud είχε κάνει ήδη μια πορεία στις μελέτες του στη Νευρολογία, κάποια άρθρα του έχουν ήδη δημοσιευθεί και έχει εργασθεί σε διάφορες θέσεις ως κλινικός γιατρός αλλά κυρίως ως ερευνητής και μπορούμε να πούμε ότι είχε πολύ καλή γνώση της ανατομίας του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος. Η επιστημονική του περιέργεια είναι δεδομένη και αναλαμβάνει να συντάξει αυτή τη μικρή μονογραφία εναντιωμένος στις κυρίαρχες απόψεις της εποχής του σχετικά με τις αφασίες και τη λειτουργία της γλώσσας γενικότερα. Οι σπουδαίοι νευρολόγοι της εποχής (Wernicke, Broca) υποστηρίζουν την ύπαρξη συγκεκριμένων περιοχών (κέντρων) λειτουργίας της γλώσσας (αισθητηριακό και κινητικό κέντρο συγκεκριμένα) και εξηγούν την κλινική εικόνα των αφασιών υπό αυτό το πρίσμα. Υποστηρίζουν τον εντοπισμό των λειτουργιών της γλώσσας και γενικότερα εμφανίζονται ως συνεχιστές μιας φρενολογικής αντίληψης για τις ψυχικές λειτουργίες (Εικόνα 2).

 

 

Εικόνα 2
Εικόνα 2

 

 

 

Το κείμενο του Freud έχει όλα τα χαρίσματα των γραπτών του, ήτοι μεθοδικότητα, επιμονή και σαφήνεια. Καταλήγει, συνοπτικά, στα εξής συμπεράσματα: «Η άποψη μας για τη δομή του γλωσσικού οργάνου βασίζεται στην παρατήρηση ότι τα λεγόμενα γλωσσικά κέντρα συνορεύουν προς τα έξω [..] με άλλα κέντρα του φλοιού […] ενώ προς τα μέσα οριοθετούν μια περιοχή την οποία δεν καλύπτει ο εντοπισμός…» (Εικόνα 3).

 

 

Εικόνα 3
Εικόνα 3

 

 

 

Υπογραμμίζει δηλαδή τη διάχυση και την αλληλεπίδραση της λειτουργίας της γλώσσας σε ένα εκτεταμένο δίκτυο του εγκεφάλου. Όσον αφορά μάλιστα τις λέξεις δεν μένει σε έναν ανατομικό εντοπισμό αλλά εστιάζει τις λειτουργικές σχέσεις που αυτές αναπτύσσουν: «από ψυχολογική άποψη αναγνωρίσαμε τη λέξη ως ένα σύμπλεγμα αναπαραστάσεων το οποίο, μέσω του αισθητηριακού του άκρου (από την ηχητική εικόνα) συνδέεται με το σύμπλεγμα αναπαραστάσεων αντικειμένου…» (Εικόνα 4). Και πάλι η αντίληψη του για τη λειτουργία αφορά ένα σύμπλεγμα.

 

 

Εικόνα 4
Εικόνα 4

 

 

 

Το έργο του αυτό δεν είχε την πορεία που ο ίδιος ανέμενε, αποδείχθηκε παταγώδης εμπορική αποτυχία, αλλά υποστηρίζεται ότι τον βοήθησε να βρει τα όρια μιας νευρολογικής προσέγγισης για τα ψυχικά φαινόμενα. Του έδωσε την ευκαιρία, έτσι, να συνεχίσει την αναζήτηση του σε άλλο επίπεδο, χωρίς όμως να χάνουν σε αξία οι παρατηρήσεις του για τον εγκέφαλο που φαίνεται σήμερα να επιβεβαιώνονται ως ορθές.

 

Ο Lacan στη συνέχεια στρέφεται στη γλωσσολογία μέσα από δύο βασικά σημεία:

1. Υιοθετώντας τη βασική ιδέα ότι η γλώσσα ως συμβολικό σύστημα προϋπάρχει της γέννησης ενός ανθρώπου και υπερ-κείται αυτού. Κατά συνέπεια, το παιδί εγγράφεται σε αυτή και θα το πλάσει ανάλογα με τις δομές της.

2. Θεωρώντας ότι το "το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα", δηλαδή μια δομή που όπως και η γλώσσα αποτελείται από στοιχεία που βρίσκονται σε σχέση, και εξομοιώνοντας τους μηχανισμούς του ασυνειδήτου με τους γλωσσικούς μηχανισμούς της μεταφοράς και της μετωνυμίας.

Όπως επισημαίνει και η καθηγήτρια του ΑΠΘ κ. Θεοδωροπούλου: «Βασικές έννοιες της λακανικής θεωρίας στηρίζονται στις σωσυριανές θεωρήσεις τις οποίες εξελίσσει και προσαρμόζει συν τω χρόνω. Καταρχάς, η διάκριση langue-parole (δηλαδή γλώσσας και ομιλίας): η διάκριση ανάμεσα στο αφηρημένο σύστημα της γλώσσας που υπάρχει δυνάμει στο σύνολο των ομιλητών μιας γλωσσικής κοινότητας και στη συγκεκριμένη υλική πραγμάτωσή του· με άλλα λόγια, η διάκριση ανάμεσα στο κοινωνικό, αυτό που έχει θεσπίσει η κοινότητα, και το ατομικό έτσι όπως αυτό εκδηλώνεται σε κάθε στιγμή γλωσσικής επικοινωνίας.

Έπειτα, η ιδέα του γλωσσικού σημείου, ως βασικού συστατικού της langue, που αποτελεί την αδιάρρηκτη ένωση μιας ακουστικής εικόνας ή σημαίνοντος με μια έννοια ή σημαινόμενο· ένωση η οποία έχει προκύψει αυθαίρετα μέσα από την κοινή σύμβαση, χωρίς δηλαδή να μπορεί να αιτιολογηθεί γιατί μια έννοια αποδίδεται με το τάδε σημαίνον -απόδειξη η διαγλωσσική σύγκριση της ίδιας έννοιας. Εκτός από την αυθαιρεσία το άλλο χαρακτηριστικό του γλωσσικού σημείου είναι η γραμμικότητα, -αυτό που ο Λακάν θα αποδώσει ως σημαίνουσα αλυσίδα-, το γεγονός δηλαδή ότι ο προφορικός λόγος εκτυλίσσεται μέσα στον χρόνο, το ένα γλωσσικό σημείο διαδέχεται το άλλο, πράγμα που δεν συμβαίνει σε άλλα σημεία π.χ. οπτικά. Ένα σημείο αποκτάει τη γλωσσική του αξία, οριοθετούμενο με βάση τις σχέσεις του με τα άλλα σημεία του συστήματος. Τις δυο παράλληλες αυτές άμορφες μάζες της σκέψης και του ήχου ο Λακάν θα τις ονομάσει ροή των σημαινομένων και ροή των σημαινόντων αντίστοιχα».

Η γλώσσα αποτελεί λοιπόν αυθαίρετο σύστημα, δεν έχει άμεση σχέση με τον φυσικό κόσμο και ουσιαστικά μεσολαβεί την εμπειρία στην οποία άπαξ και μιλάει κανείς δεν έχει άμεση πρόσβαση. Είναι ένα σύστημα που μόνο ως τέτοιο και στο σύνολο του μπορεί να λειτουργήσει μια και η αναφορά ενός στοιχείου είναι πάντα στο πλαίσιο και των υπολοίπων. Σχηματίζεται με τα σημαίνοντα και με τα λόγια του Jacques- Allain Miller αποτελεί μια υπερβατική διάταξη.

Στο έργο του Λακανική Βιολογία 3 αναφέρει συγκεκριμένα:

«Η συμβολική τάξη, προβάλλεται σαν μια τάξη, μια οργάνωση, μια διάταξη υπερβατική ως προς ό,τι στοιχειοθετεί την κάθε περίπτωση, ό,τι διαδραματίζεται, υπερβατική ως προς την εμπειρία. Είναι άραγε ύλη το σημαίνον; Είναι κυριολεκτικά μιλώντας, κάτι το υλικό; […] το σημαίνον το συλλαμβάνουμε μονάχα με μορφή υλοποιημένη. Όμως το σημαίνον ως τέτοιο, δηλαδή ως τάξη, αποτελεί καθαρό φορμαλισμό, είναι ύλη σε εκκρεμότητα, δανείζεται οπωσδήποτε την ύλη του από τον ήχο αλλά επίσης και από το σώμα (οργανισμό). […] Το σώμα (οργανισμός) προσφέρει την ύλη του, την πραγματικότητά του στο σημαίνον».

 

Πώς όμως συμβαίνει αυτό; Πώς η εμπειρία των πραγμάτων καταλήγει σε σημαίνοντα, εντάσσεται δηλαδή στη συμβολική τάξη; Η διαδικασία αυτή του περάσματος στο σημαίνον, της ανύψωσης στο σημαίνον ονομάζεται σημαινοποίηση (signifiantisation) και προϋποθέτει μια σχετική ακύρωση του αρχικού πράγματος ή όπως είναι αλλιώς γνωστό από τη δομική γλωσσολογία «η λέξη είναι ο φόνος του πράγματος». Υπό αυτή την έννοια πρόκειται για μια διαδικασία που αφαιρεί από κάποιο πράγμα το χρηστικό του ρόλο και το αναδεικνύει ως σύμβολο.

Ο Lacan εντοπίζει τη διαδικασία αυτή ήδη στο ζωικό βασίλειο αλλά η διαφορά στους ανθρώπους έγκειται στην άρθρωση των πρωταρχικών συμβόλων μεταξύ τους. Αυτή η συνάρθρωση και η αλληλεπίδραση τους είναι που σχηματίζουν τη λεγόμενη συμβολική τάξη. Για να εμπλέξουμε και το σώμα στη λογική αυτή θα λέγαμε ότι Lacan επεξεργάζεται τη διαλεκτική του υποκειμένου και του Άλλου σύμφωνα με τη συλλογιστική της σημαινοποίησης, αποτελεί μια εφαρμογή της σημαινοποίησης. Ως σημείο εκκίνησης παίρνει τη σωματική (με την έννοια του οργανισμού) ανάγκη, δηλαδή μια λειτουργία, μια αίσθηση κάποιας μείωσης, κάποιου ελλείμματος σε σχέση με τους αλγόριθμους του εμβίου (πείνα για παράδειγμα). Και τότε υπεισέρχεται το αίτημα. Αυτό σημαίνει ότι η ανάγκη του σώματος πρέπει να περάσει από το σημαίνον (τη γλώσσα) και να γίνει αίτημα. Είναι η δομή της σημαινοποίησης.

 

Στο εισαγωγικό σημείωμα για το προσεχές συνέδριο1 διαβάζουμε, επίσης, σχετικά:

«Πρόκειται για αυτό που αναπτύσσει ο Λακάν στο Λειτουργία και Πεδίο 4: «το σύμβολο εκδηλώνεται πρώτα ως φόνος του πράγματος». Αυτός ο θάνατος θεμελιώνει «τη διαιώνιση της επιθυμίας» και υπερβαίνει το καθαρό έμβιο ζώο : «Ο Εμπεδοκλής, πηδώντας μέσα στην Αίτνα, αφήνει εσαεί χαραγμένη στη μνήμη των ανθρώπων αυτή τη συμβολική πράξη του προς-θάνατο-είναι-του». Το σώμα υφίσταται τις θανατηφόρες επιπτώσεις του σημαίνοντος. Το λακανικό δόγμα του σημαίνοντος «εγκαθιδρύει την παρουσία στο φόντο της απουσίας, όπως […] θεμελιώνει την απουσία μέσα στην παρουσία».

Είναι το αποτέλεσμα της απονέκρωσης που επιβάλλει το σημαίνον στη ζωή, με τη διπλή επίπτωση πάνω στο σώμα, του συμβολικού θανάτου μέσα στη ζωή και της συμβολικής ζωής μέσα στον θάνατο. Η ταφή είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα. Το νεκρό σώμα δεν είναι απλώς ένα ψοφίμι. Το σημαίνον το εξύψωσε σε μια μοναδική διάσταση, που αξίζει να δεχθεί την οργάνωση μιας κηδείας. Η ταφή σηματοδοτεί μια μονιμότητα του σώματος πέραν της ζωής. Είναι μάλιστα για τον Λακάν «το πρώτο σύμβολο όπου μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ανθρωπότητα μέσα στα ερείπιά της», δηλαδή το σημάδι ότι η ζωή και το σώμα είναι στο εξής σημαδεμένα από το σημαίνον, αντίθετα από τη ζωή των ζώων».

 

Σώμα- Οργανισμός

Νομίζω ότι είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση πριν προχωρήσουμε στη συζήτηση για το σώμα. Η λέξη σώμα χρησιμοποιείται πολλές φορές αδιακρίτως αλλά στην λακανική διδασκαλία μάλλον πρέπει να την ξεχωρίσουμε σε δύο, τουλάχιστον, συνιστώσες. Υπάρχει, καταρχήν το σώμα που αναφέρεται στον οργανισμό ως βιολογική και «υλική» ας μου επιτραπεί οντότητα που μάλλον αφορά το Πραγματικό μιλώντας με βάση τις θεμελιώδεις τάξεις (Συμβολικό, Φαντασιακό, Πραγματικό). Υπάρχει όμως και το σώμα υπό την έννοια της φαντασιακής τάξης, αυτό που δίνει την αίσθηση μιας ενότητας και συγκροτείται στο λεγόμενο στάδιο του καθρέφτη. Αναφέρομαι, έτσι, στο πρώτο ως οργανισμό όπου αυτό είναι απαραίτητο και στο δεύτερο ως σώμα χωρίς άλλη εξήγηση. Ο Jacques-Alain Miller κάνει κάποια κρίσιμα σχόλια σχετικά με αυτή τη διάκριση στη Λακανική Βιολογία 3.

«Υπάρχει μια υποτιθέμενη στο σώμα ταυτότητα. Αυτό μας λέει κάτι βασικό για το καθεστώς του σώματος, εκείνου του σώματος που παρέχει το φαντασιακό μοντέλο του ενιαίου […] Ενώ είναι θεμιτό, όταν πρόκειται για το ζώο, να ταυτίζουμε το είναι και το σώμα, αυτό δεν είναι θεμιτό όταν πρόκειται για το ανθρώπινο είδος. Τούτο αφορά το καθεστώς του ομιλούντος σώματος: το σώμα δεν ανάγεται στο είναι, αλλά στο έχειν.

Το ζήτημα του είναι για τον «άνθρωπο» τίθεται προς την πλευρά του ειδέναι, ενώ το σώμα είναι προς την πλευρά του έχειν. Η ταύτιση του ανθρώπου με το ειδέναι του είναι μια ταύτιση που έρχεται στο αποκορύφωμα της με την έννοια του υποκειμένου στον Lacan. Μπορούμε να πούμε απλούστερα ότι το υποκείμενο, από τη στιγμή που είναι υποκείμενο του σημαίνοντος, δεν μπορεί να ταυτιστεί με το σώμα του, και ακριβώς από αυτό πηγάζει το ότι παθιάζεται για την εικόνα του σώματος του […] η ψυχανάλυση ορίζει τον χώρο της μέσα ακριβώς στη ρωγμή που παρουσιάζει η ταύτιση του είναι και του σώματος, επιμένοντας σε όλες τις περιπτώσεις ότι το υποκείμενο σχετίζεται με το σώμα μέσω του έχειν.»

 

Στο βιβλίο «Διαβάζοντας το Σύμπτωμα» 5 που αποτελεί την έκδοση των σεμιναρίων του πρώτου κύκλου ψυχαναλυτικής εκπαίδευσης εδώ στη Θεσσαλονίκη το 2012, ο Ρεζινάλντ Μπλανσέ περιγράφει την απόκτηση αυτού του σώματος από το ανθρώπινο παιδί:

«Με άλλα λόγια το σώμα του υποκειμένου είναι το προϊόν του συμβολικού όταν πλαισιώνει το έμβιο. Δηλαδή το μωρό μπαίνει στη διαδικασία κατά την οποία το ίδιο, ως έμβιος οργανισμός, αποκτά σώμα διαμέσου του γεγονότος ότι συγκροτείται ως υποκείμενο. Τα δύο πράγματα πάνε μαζί. Αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος που ορίζει το υποκείμενο: έχει σώμα και είναι οργανισμός […] Το σώμα του ομιλούντος είναι μια κατασκευή με βάση τη δράση του συμβολικού πάνω στον έμβιο οργανισμό. Γεννιόμαστε με οργανισμό αλλά όχι με σώμα. Το υποκειμενικό σώμα, το σώμα με το οποίο συσχετίζεται το υποκείμενο, αυτό το μικρό παιδί που εντάσσεται στο λόγο και στους κοινωνικούς δεσμούς με παρτενέρ πρωτίστως τη μητέρα που του μιλάει και έτσι το εντάσσει στα ήθη και τα έθιμα του τόπου, διαμορφώνεται με το να εντάσσεται στο συμβολικό πλαίσιο. […] Συγκεκριμένα η διαδικασία εκτυλίσσεται ως εξής. Ο έμβιος οργανισμός έχει ανάγκες. Όμως η ικανοποίηση των αναγκών αυτών γίνεται χάρη στον Άλλον και με τους όρους του, δηλαδή με τους κανόνες του πολιτισμού που ισχύουν. Επομένως κάτι χάνεται από την προηγούμενη άναρχη απόλαυση».

Σωματικές επιπτώσεις της γλώσσας

Το σώμα, λοιπόν, αποτελεί το πεδίο όπου η ρύθμιση της απόλαυσης λαμβάνει χώρα. Είναι ο τόπος των κατεξοχήν επιπτώσεων της γλώσσας. Η έκταση και η ένταση των επιπτώσεων αυτών δεν είναι προφανώς η ίδια σε υποκείμενα διαφορετικών δομών όπως τις εξετάζει η λακανική κλινική. Ιδιαίτερα το καθεστώς της γλώσσας στην περίπτωση των ψυχωτικών υποκειμένων επιτρέπει φαινόμενα πλήρους αποδιοργάνωσης και αυτονόμησης της απόλαυσης. Στη συνέχεια και ασχολούμενοι με την έννοια των συμπτωμάτων θα αναφερόμαστε ως επί των πλείστoν σε νευρωτικά υποκείμενα. Και θα ασχοληθούμε με τα συμπτώματα όχι με την ψυχιατρική ή ψυχολογική τους έννοια αλλά με την ψυχαναλυτική οπτική. Εξάλλου η πρωτοκαθεδρία του συμβολικού στη αρχική διδασκαλία του Lacanείναι το πρίσμα που βασικά μας απασχολεί σε αυτή την παρουσίαση και σύμφωνα με αυτή τη λογική το σύμπτωμα μιλάει, θέλει κάτι να μας πει. Έχει γραφτεί στο σώμα και ζητάει αποκρυπτογράφηση.

«Για αυτό μπορεί το σύμπτωμα να διαβαστεί, επειδή είναι ήδη το ίδιο εγγεγραμμένο σε μια διαδικασία γραφής» μας λέει ο Lacan (Βλ., Ζακ Λακάν, «Η ψυχανάλυση και η διδασκαλία της» (1957) σε μετάφραση της Νασίας Λινάρδου-Μπλανσέ στο τεύχος 5 του περιοδικού «Η Ψυχανάλυση», που εκδόθηκε την άνοιξη του 2002). Στο βιβλίο μάλιστα «Διαβάζοντας το Σύμπτωμα» υπάρχει ένα ολόκληρο σεμινάριο της κ. Λινάρδου που τιτλοφορείται «Το σώμα ως κείμενο» και ασχολείται με τη διαδικασία αυτή της εγγραφής στο σώμα. Παραθέτω ενδεικτικά:

«Ιδού η κλασσική θέση του Lacan που ορίζει το σύμπτωμα ως σημαίνουσα δομή όπως αυτό συμβαίνει με κάθε μόρφωμα του ασυνειδήτου. Για την ακρίβεια το σύμπτωμα, και δη το ψυχαναλύσιμο σύμπτωμα, «υποστηρίζεται από μια δομή η οποία είναι ταυτόσημη με τη δομή της γλώσσας». Εδώ υποδηλώνεται μια απόκλιση, καθώς το σύμπτωμα εγγράφεται σε μια διαδικασία γραφής και δεν ανάγεται σε αυτήν. Όπως επίσης, καίτοι σημαίνουσα, η δομή του δεν είναι απλώς η δομή της γλώσσας αλλά ταυτόσημη με αυτήν.

Επομένως τίθεται το ερώτημα; Ποιο είναι αυτό που γράφει; Και τι γράφεται; Η απάντηση του Lacan […] είναι ότι αυτό που γράφει είναι το ασυνείδητο. Εκ φύσεως το ασυνείδητο κωδικοποιεί. Το μήνυμα του, τα λεγόμενα «μορφώματα του ασυνειδήτου», συμπεριλαμβανομένου του συμπτώματος, οφείλει επομένως να αποκωδικοποιηθεί. Απαιτεί να διαβαστεί. Όμως τι σημαίνει ότι το ασυνείδητο γράφει; Γιατί γράφει; […] διότι το ασυνείδητο δεν θέλει να ξέρει. Η ασυνείδητη γνώση, η άρθρωση των σημαινουσών αλυσίδων- με το δυνητικό νοηματικό περιεχόμενο- είναι μια γνώση που δεν έχει επίγνωση του εαυτού της, είναι ακέφαλη, χωρίς πρόθεση. […] Το ασυνείδητο δεν προορίζεται για τη γνώση. Είναι κυριολεκτικά ασυνείδητο-γραφή. Είναι γνώση χωρίς υποκείμενο και μάλιστα που αποκλείει το υποκείμενο. Ιδού η ειδοποιός απόλαυσή του. […] Ικανοποιείται με το να είναι μια γνώση που δεν υπάρχει για κανέναν και τίποτα. […] η κωδικοποίηση του ασυνειδήτου αποτελεί απόλαυση μέσω της εγγραφής σε γράμμα ενός τμήματος της απόλαυσης που χαρακτηρίζει κατά βάση τη φύση του ομιλ-όντος. Αυτή η γραμματοποίηση της απόλαυσης συνιστά μια αφαίρεση απόλαυσης από το σημαίνον […] με βάση τη λειτουργία του σημαίνοντος… και ενεργοποιεί τη ζώνη που είναι ο πυρήνας του σημαίνοντος, αναδεικνύει την εμβαπτισμένη στο σημαίνον απόλαυση.»

Αν επιστρέψουμε στο ζήτημα της γλώσσας και του σώματος-εγκεφάλου ως χώρου εγγραφής της το ενδιαφέρον παραμένει αμείωτο. Υπάρχουν, μάλιστα, επιστήμονες που ως σύγχρονοι φρενολόγοι ονειρεύονται μια πλήρη αναγωγή του συμβολικού σε εγκεφαλικά κυκλώματα και ακόμα περισσότερο. Υποστηρίζουν ένα μέλλον όπου η αναγωγή θα είναι δυνατή από τα μόρια ως τη συμπεριφορά και αυτό θα εξαντλήσει τα ζητήματα της γλώσσας και των συμπτωμάτων. Το ασυνείδητο θα εξοβελιστεί ως αχρείαστο, καμία ανάγκη για ότι λείπει μια και δεν θα υπάρχει τίποτα να λείπει. Είναι ενδεικτικό ένα πρόσφατο άρθρο με τίτλο “The future of human cerebral cartography: a novel approach” 6 όπου οι συγγραφείς παραθέτουν και ως εικόνα το όραμα τους (Εικόνα 5).

 

 

 

Εικόνα 5
Εικόνα 5

 

 

 

 

Η ψυχανάλυση από την άλλη δεν αποφεύγει το ερώτημα του Πραγματικού. Στο τελευταίο συνέδριο της EFP (PIPOL 9) που διεξήχθη το καλοκαίρι του 2019 στις Βρυξέλλες ο Eric Laurent έδωσε μια ομιλία με τίτλο: “Un Lieu Pour L’Alangue du Corps” που μπορείτε να βρείτε και ολόκληρη στο διαδίκτυο στα γαλλικά 7. Εκεί σχολιάζει, μεταξύ άλλων, σύγχρονες θέσεις επιστημόνων που ασχολούνται με τις νευροεπιστήμες και αναφέρει: «Άλλοι, όπως ο Antonio Damasio, δεν σταματούν να σκέφτονται τη γλώσσα ως αποτέλεσμα διαδοχικών ενοποιήσεων στον εαυτό των νευρικών αναπαραστάσεων. Ο εαυτός θα ήταν μια διαρκώς αναδημιουργούμενη νευρολογική κατάσταση των τοπογραφικά οργανωμένων νευρικών αναπαραστάσεων, η διαδικασία οδηγεί σε τελικές αναπαραστάσεις που είναι λέξεις. «Είναι συχνά ξεχασμένο ότι οι αυθαίρετες λέξεις και σύμβολα βασίζονται σε τοπογραφικά οργανωμένες παραστάσεις και μπορούν να μετατραπούν σε εικόνες». Αυτές οι λέξεις που βασίζονται στον εγκέφαλο μας κάνουν να σκεφτόμαστε τη μεταφορά που πρότεινε ο Lacan στη διάλεξή του του 1967: "Η γλώσσα απλώνεται σαν μια αράχνη στον εγκέφαλο." Η αράχνη στον εγκέφαλο, προσέξτε! […] Είναι μια μεταφορά που διατρέχει τον δυτικό πολιτισμό από την αρχαιότητα…»

Με αυτή την εικόνα θα ήθελα να ολοκληρώσω και την παρουσίαση μου. Θεωρώ ότι αντιπροσωπεύει εξαιρετικά την ανθρώπινη κατάσταση και τη σχέση μας με τη γλώσσα. Είμαστε άθελα μας πιασμένοι στη γλώσσα σαν σε ιστό της αράχνης και αυτό δεν έχει να κάνει με τίποτα το φυσικό.

 

 

 

 

Αναφορές

 

1 Από το εισαγωγικό σημείωμα του Alexandre Stevens προέδρου της NLS για το προσεχές συνέδριο της Σχολής που θα πραγματοποιηθεί στη Γάνδη 22-23 Μαΐου 2021. Το πλήρες κείμενο μπορείτε να το βρείτε στο site της Ελληνικής Εταιρείας https://www.hellenicsociety-nls.gr/Articles.

 

2 «Για την ερμηνεία των αφασιών», Sigmund Freud, εκδόσεις Τρίαψις λόγος- Εξάντας, 2002.

 

3 «Λακανική Βιολογία, Έξι ψυχαναλυτικά μαθήματα για το σώμα, το σύμπτωμα, την απόλαυση», Jacques-Alain Miller, Εκδόσεις Ψυχογιός, 2003.

 

4 «Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση»,

Jacques Lacan, Εκδόσεις Εκκρεμές, 2005.

 

5 «Διαβάζοντας το σύμπτωμα» 6 μαθήματα εισαγωγής στη Λακανική Κλινική, Εκδόσεις Εκκρεμές, 2012.

 

6 Frackowiak R, Markram H., 2015, The future of human cerebral cartography: a novel approach. Phil. Trans. R. Soc. B 370: 20140171, http://dx.doi.org/10.1098/rstb.2014.0171.

 

7 Αγγλικά κείμενα του Συνεδρίου μπορείτε να βρείτε στη διεύθυνση https://archive9.pipol10.eu/?lang=en και πιο συγκεκριμένα το κείμενο του Eric Laurent στα γαλλικά https://psicoanalisislacaniano.com/elaurent-lieupourlalangueducorps-20190713.

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ