28/09/2021 Πολίνα Αγαπάκη 150

 Παρουσίαση μετά την προβολή της ταινίας «Ο φόβος τρώει τα σωθικά», του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, κατά τη διάρκεια της συζήτησης που έλαβε χώρα στο πλαίσιο του Σινεμά και Ψυχανάλυση την Κυριακή 31 Μαρτίου 2019 στον κινηματογράφο Δαναό. 

Ο «Φόβος τρώει τα σωθικά» (1974) είναι μια από τις καλύτερες ταινίες του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, η πιο αυθεντική και ανθρώπινη. Το γύρισμα κράτησε μόλις δύο εβδομάδες, ενώ ο Φασμπίντερ προετοίμαζε (ήταν σε φάση προ-παραγωγής) την επόμενη ταινία του Effi Briest. Στην ταινία, ένας Άραβας μετανάστης στη Δυτική Γερμανία, ο Αλί, γνωρίζει και παντρεύεται μια μεγαλύτερή του σε ηλικία Γερμανίδα, την Έμμι, προκαλώντας τις ρατσιστικές αντιδράσεις των συμπατριωτών της. 
 
Η ταινία αποτίνει φόρο τιμής στα μελοδράματα του Douglas Sirk, και συγκεκριμένα στο «All that heaven allows» (Όλα όσα επιτρέπουν οι ουρανοί– 1955,με την Τζέιν Γουάιμαν – πρώτη σύζυγο του Ρ. Ρήγκαν- και τον Ροκ Χάντσον). Η κυρία Κάρι Σκοτ, ευυπόληπτη χήρα των καθωσπρέπει αμερικανικών προαστίων, θα ταράξει τα ήρεμα νερά του κοινωνικού της κύκλου όταν θα ερωτευτεί παράφορα τον κατά πολύ νεότερο κηπουρό της. Γίνεται ο στόχος όλων των ανελέητων κουτσομπολιών της μικρής πόλης όπου ζει και προκαλεί την οργή των παιδιών της, ενώ την πιέζουν να παντρευτεί τον Χάρβεϊ, έναν πλούσιο και σοβαρό κύριο που τον εκτιμούν όλοι. Η σκηνή όπου ένας από τους γιους της Έμμι σπάζει με οργή την τηλεόραση, παραπέμπει άμεσα στην ταινία του Sirk. Και οι δύο ταινίες  διερευνούν τον κοινωνικό στιγματισμό που αφορά τη σχέση ή τον έρωτα εκτός της φυλής ή της κοινωνικής τάξης. Η ηλικία της Έμμι την καθιστά μη ερωτική στα μάτια των φίλων του Άλι («ήρθε η γιαγιά σου από το Μαρόκο»), και το καθεστώς του Άλι ως μετανάστη είναι ένα σοκ για την οικογένεια και τους συναδέλφους της Έμμι. Ο Άλι και η Έμμι εξοστρακίζονται για την τόλμη τους να επιλέξουν σύντροφο εκτός του κοινωνικού τους κύκλου. 
 
Εκτός από τον ίδιο τον σκηνοθέτη που υποδύεται τον ρατσιστή γαμπρό της Έμμι, τον Άλι υποδύεται ο τότε σύντροφος του Φασμπίντερ, El Hedi Ben Salem. Όταν το 1974, ο Φασμπίντερ διακόπτει τη σχέση τους λόγω της βίας και του αλκοόλ του συντρόφου του (ήταν μαζί από το 1971), ο Σάλεμ, λίγο μετά τον χωρισμό τους, μεθάει και βγαίνει έξω στο Βερολίνο, όπου μαχαιρώνει 3 ανθρώπους, ευτυχώς όχι θανάσιμα. Επιστρέφει στη συνέχεια στον Φασμπίντερ και του λέει «Δεν χρειάζεται να φοβάσαι πια, είμαι καθαρός από οργή». Ο Φασμπίντερ τον βοηθάει να διαφύγει στη Γαλλία. Εκεί συλλαμβάνεται και φυλακίζεται και ενόσω ήταν κρατούμενος στη Νιμ, απαγχονίζεται. Μια άλλη εκδοχή ισχυρίζεται ότι πεθαίνει από ανακοπή μετά από έναν ποδοσφαιρικό αγώνα στη φυλακή. Ο Φασμπίντερ δεν μαθαίνει για τον θάνατό του Σάλεμ παρά λίγο πριν τον δικό του θάνατο και του αφιερώνει την τελευταία του ταινία «Querelle» («Ο καυγατζής») βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα του Jean Genet (Querelle de Brest). 
 
Τι είναι όμως ο ρατσισμός, και πώς τοποθετείται η ψυχανάλυση απέναντι σε αυτόν; Ο Φρόυντ, θίγει το ζήτημα του ρατσισμού στο έργο του «Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του εγώ» (1921), βασιζόμενος στην «Ψυχολογία των μαζών» του Γάλλου κοινωνιολόγου Gustave Le Bon (1895). Με αφετηρία τις οργανωμένες ομάδες  με ηγέτη, του στρατού και της εκκλησίας, αναρωτιέται αν ο ηγέτης μπορεί να αντικατασταθεί από μια ιδέα, και αν το μίσος προς ένα πρόσωπο ή έναν θεσμό μπορεί να λειτουργήσει ενοποιητικά. Η απάντηση είναι καταφατική.
 
Για τον Φρόυντ, το μίσος και η ρατσιστική απόρριψη σχετίζονται, όμως παραμένουν συνδεδεμένα με τον ηγέτη, που παίρνει τη θέση του πατέρα ή πιο συγκεκριμένα, του φόνου του πατέρα. Η εδραίωση του κοινωνικού δεσμού παραμένει θεμελιωμένη στην ενορμητική διάσταση της ταύτισης. 
 
Ο Λακάν αναφέρεται στο ζήτημα του ρατσισμού, ήδη από το 1967, στην «Πρόταση της 9ης Οκτωβρίου 1967 για τον ψυχαναλυτή της Σχολής». Γράφει ότι η βαρβαρότητα του ναζιστικού φυλετισμού δεν εμφανίστηκε απροειδοποίητα και τη συνδέει με την άνοδο των λόγων της επιστήμης και του καπιταλισμού:  «… ας συνοψίσουμε ότι αυτό που είδαμε να αναδύεται, προς φρίκη μας, εκπροσωπεί/ αντιπροσωπεύει την αντίδραση όσων προηγήθηκαν σε σχέση με το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα ως συνέπεια της αναδιάταξης των κοινωνικών ομάδων από την επιστήμη, και πιο συγκεκριμένα, από την οικουμενικότητα που εισάγει. Το μέλλον μας των κοινών αγορών θα εξισορροπήσει με μια ολοένα και σκληρότερη προέκταση της διαδικασίας των διακρίσεων.»Εκείνη την εποχή, οι έννοιες των αγορών και της παγκοσμιοποίησης δεν ήταν σε ευρεία χρήση. Το ότι σήμερα ζούμε σε ένα παγκόσμιο χωριό, σύμφωνα με την έκφραση του Καναδού φιλοσόφου Marshall McLuhan, οδηγεί στην ανάμειξη των πληθυσμών και των ομάδων, δηλαδή στην ανάμειξη των τρόπων απόλαυσής τους. Αυτοί οι τρόποι απόλαυσης, που εντοπίζονται από τον Άλλον, από τα δικά του σημαίνοντα, παλαιότερα δεν συναντιούνταν. Σήμερα, οι διαφορετικοί τρόποι απόλαυσης προκαλούν μια έλλειψη συνεκτικότητας του Άλλου, με την εμφάνιση πρωτόγνωρων φαντασιώσεων και έναν ανταγωνισμό για την επιβολή στον πιο αδύναμο, θεωρούμενο ως υπανάπτυκτο, του δικού μας τρόπου απόλαυσης.
 
To 1972, 4 χρόνια μετά το 1968, που σηματοδότησε την έξοδο από την πατριαρχία και την έλευση μιας κοινωνίας αδελφών, συνοδευόμενη από έναν ευτυχή ηδονισμό μιας νέας θρησκείας του σώματος, στην τελευταία παράδοση του Σεμιναρίου  ΧΙΧ, (…ou pire), ο Λακάν επισημαίνει: «Εφόσον πρέπει ωστόσο να μην σας παρουσιάσω ένα αποκλειστικά ρόδινο μέλλον, να ξέρετε πως εκείνο που βρίσκεται σε άνοδο, που τις ύστατες συνέπειές του δεν έχουμε ακόμη δει και που ριζώνει στο σώμα, στην αδελφοσύνη του σώματος, είναι ο ρατσισμός για τον οποίο θα εξακολουθείτε να ακούτε να γίνεται λόγος». 
Εκείνη την εποχή που ο Λακάν επεσήμαινε την άνοδο του ρατσισμού,  η ατμόσφαιρα ήταν μάλλον εύθυμη ενώπιον των προοπτικών ενσωμάτωσης των εθνών σε πιο διευρυμένα σχήματα που επέτρεπαν οι «κοινές αγορές». Εκείνος, τοποθετεί την ανάδυση του ρατσιστικού φαινομένου σε ένα σωματικό ρίζωμα, σε ένα μίσος προς τον αδελφικό, τον φαντασιακό μικρό άλλο. 
 
Δύο χρόνια αργότερα, το 1974, στη συνέντευξή του στον Ζακ-Αλέν Μιλέρ (Télévision), λέει ότι την απόλαυση την θέτει ο Άλλος, ο απόλυτος, ο ριζικός Άλλος και η υπογράμμιση αυτής της ετερότητας σημαίνει ότι είμαστε χωρισμένοι με την Άλλη πλευρά, την Άλλη πλευρά του φύλου. Από τη στιγμή που υπάρχει ανακάτεμα υπάρχουν και πρωτόγνωρες φαντασιώσεις που αλλιώς δεν θα υπήρχαν. Με το ανακάτεμα αναφερόταν τόσο στην αποικιοκρατία, όσο και στην βούληση κανονικοποίησης της απόλαυσης εκείνου που είναι εκτοπισμένος, του μετανάστη, στο όνομα του λεγόμενου δικού του «καλού». Ακόμα και η ίδια η Έμμι λέει στον Άλι όταν της ζητάει να του φτιάξει κουσκούς: «Όχι Αλί, πρέπει να μάθεις να τρως γερμανικά φαγητά και στη Γερμανία δεν τρώμε κουσκούς». 
 
Στο ρατσισμό, δεν πρόκειται για σύγκρουση πολιτισμών, αλλά για σύγκρουση απολαύσεων. Η λογική του Λακάν είναι η ακόλουθη: Δεν ξέρουμε ποια είναι η απόλαυση εκείνη που θα μπορούσε να μας προσανατολίσει. Δεν ξέρουμε άλλο από το να απορρίπτουμε την απόλαυση του Άλλου, αναγνωρίζοντας ένα πλεόνασμα απόλαυσης που δεν του αξίζει: ακούει ενοχλητική μουσική, τρώει φαγητά που βρωμάνε, δεν πλένεται, είναι ακόλαστος, εργασιομανής, τεμπέλης κλπ. Αυτές οι πολλαπλές απολαύσεις θρυμματίζουν τον κοινωνικό δεσμό, εξ ου και οι απόπειρες ενοποίησης με την επίκληση ενός ενοποιητικού Θεού.Θίγοντας το ζήτημα της ανάμειξης, ο Λακάν ανοίγει το πεδίο της ανάμειξης των φυλών και των πολιτισμών, τη διάσταση της ομάδας, του αποκλεισμού, που είναι θεμελιώδης στην ανάδυση της ξενοφοβίας. Όταν ο καθένας ήταν «σπίτι του» (ζούσαμε χωριστά) δεν υπήρχαν προβλήματα,  ούτε ρατσισμός, εκτός ίσως από εκείνον των ανδρών προς τις γυναίκες, των οποίων η επιθυμία είναι εμφανώς ασύμβατη με τη δική τους. Με την αποικιοκρατία, τα πράγματα άλλαξαν, και τα αποτελέσματα τα βιώνουμε σήμερα. Όμως, είναι ενδιαφέρον ότι δεν είναι μόνο η απόλαυση του Άλλου που στοχεύουμε. Αν ανατρέξουμε σε πρώιμα γραπτά του Λακάν, από την εποχή που μελετούσε την παράνοια, θα δούμε ότι ο παρανοϊκός στοχεύει το κακόν της δικής του ύπαρξης όταν πλήττει τον Άλλον. Και σε αυτή την πρόταση βρίσκουμε τους σπόρους κάθε διάκρισης: όταν η απόλαυση παραμένει μη αναγνωρίσιμη, κάτι από αυτήν επιστρέφει από τον Άλλον και ενεργοποιεί την ενόρμηση ως βία. 
 
Εντέλει, σε αντιδιαστολή με τον Φρόυντ, για να κατασκευάσει τη λογική του κοινωνικού δεσμού, ο Λακάν δεν ξεκινάει από την ταύτιση με τον ηγέτη, αλλά με μια αρχική ενορμητική απόρριψη: ένας άνθρωπος γνωρίζει τι δεν είναι άνθρωπος. Πρόκειται για ένα ζήτημα απόλαυσης. Δεν είναι άνθρωπος εκείνος που απορρίπτω ως έχοντα μια απόλαυση διαφορετική από τη δική μου. 
Ο Εβραίος δεν απολαμβάνει όπως ο Άρειος. Ένας άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος επειδή δεν απολαμβάνει όπως εγώ. Η κακή απόλαυση που διακυβεύεται στον ρατσιστικό λόγοβρίσκεται στη βάση (στο θεμέλιο) κάθε κοινωνικού δεσμού. Το έγκλημα που τη θεμελιώνει δεν είναι ο φόνος του πατέρα, αλλά η βούληση του φόνου εκείνου που ενσαρκώνει την απόλαυση που απορρίπτω. 
Στις προτάσεις του για τη λογική του ρατσισμού, ο Λακάν λαμβάνει υπόψη του την ποικιλομορφία των μορφών του αντικειμένου-απορρίμματος: από τον προπολεμικό αντισημιτισμό που οδηγεί στον ναζισμό, στον μετα-αποικιακό ρατσισμό προς τους μετανάστες. Στην πραγματικότητα, ο ρατσισμός αλλάζει τα αντικείμενά του παράλληλα με την τροποποίηση των κοινωνικών σχημάτων, όμως, σύμφωνα με την προοπτική του Λακάν, σε μια ανθρώπινη κοινωνία πάντα υπάρχει το απόρριμμα μιας απόλαυσης μη απορροφήσιμης, ελατήριο μιας πιθανής βαρβαρότητας. Συνεπώς, ο αγώνας εναντίον του ρατσισμού συνίσταται και στην αναγνώριση των νέων μορφών των αντικειμένων του ρατσισμού. 
 
Στην ταινία που μόλις παρακολουθήσαμε ο ρατσισμός έχει πολλές εκδηλώσεις: από τον τρόπο που αποκαλούν τον πρωταγωνιστή, Αλί, χωρίς να είναι αυτό το όνομά του (μάλιστα, ο γαλλικός  τίτλος της ταινίας είναι «Tous les autres s’appellant Ali»: «Όλοι οι άλλοι λέγονται Αλί»), την αντίδραση των παιδιών της Έμμι στον γάμο της με έναν Άραβα Gastarbeiter με τον ένα γιό να κλωτσάει την τηλεόραση στην αναγγελία του γάμου τουςκαι στις δύο γειτόνισσές της που την παρακολουθούν απαξιωτικά να πηγαίνει προς το διαμέρισμά της με τον Αλί, σχολιάζουν ότι δεν είναι καν γνήσια γερμανίδα (έχοντας πάρει το επώνυμο του Πολωνού άντρα της: Κουρόφσκυ). Δεν είναι όμως μόνο φυλετικές οι διακρίσεις που αποτυπώνονται στο έργο. Όπως επισημαίνει η Έμμι, πολλοί την κοιτάζουν περίεργα όταν λέει τι δουλειά κάνει: είναι καθαρίστρια. Η ίδια, δηλώνει με απλότητα την απορριπτική στάση του φιλοναζί πατέρα της απέναντι στον Πολωνό άντρα της, αλλά και το  ότι και η ίδια ήταν μέλος της νεολαίας («ήμουν κι εγώ στο κόμμα, όπως όλοι»), ενώ για να γιορτάσουν το γάμο τους πηγαίνουν στο αγαπημένο εστιατόριο του Χίτλερ.
Στην αρχή της ταινίας, η κακοβουλία των άλλων φέρνει τον Άλι και την Έμμι πιο κοντά. Όταν όμως ο περίγυρος αρχίζει να αποδέχεται το ιδιόμορφο ζευγάρι για λόγους ωφελιμιστικούς (η γειτόνισσα για να χρησιμοποιήσει την αποθήκη της Έμμι, ο μπακάλης για να τονώσει την πελατεία του, ο γιος της για να ζητήσει από τη μητέρα του να φροντίζει τον εγγονό της, γιατί η γυναίκα του ξεκινάει δουλειά) η σχέση τους κλονίζεται και ο σκηνοθέτης δείχνει και την δυσάρεστη πλευρά της. Η Έμμι αντικειμενικοποιεί τον Άλι μπροστά στις γερμανίδες φίλες της ενώ ο Άλι την απατά με την Μπάρμπαρα. Κανείς δεν είναι τέλειος. 
Όταν το ζευγάρι ξανασμίγει προς το τέλος της ταινίας, χορεύοντας ξανά το τραγούδι που είχαν χορέψει μαζί την πρώτη φορά που συναντήθηκαν, η Έμμι του λέει: «Ξέρω πως είμαι μεγάλη, το βλέπω στον καθρέφτη. Δεν με νοιάζει τι κάνεις. Όταν όμως είμαστε μαζί, να φέρεται καλά ο ένας στον άλλον. Αλλιώς δεν αξίζει τίποτα η ζωή μας». Η απάντηση στην αστοχία των σχέσεων, στην ανυπαρξία της σεξουαλικής σχέσης μπορεί να είναι η αγάπη.
 
O Πρίμο Λέβι, στο συνταρακτικό έργο του «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», γράφει: «Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά, ότι «κάθε ξένος είναι εχθρός».  Αυτή η πεποίθηση βρίσκεται στο βάθος τους ψυχής σαν μια λανθάνουσα μόλυνση. Εκδηλώνεται μόνο σε πράξεις με χαρακτήρα ασυντόνιστο και μη κανονικό, χωρίς να είναι η βάση τους συστήματος σκέψης. Όταν αυτή η ανομολόγητη σκέψη τους αποτελέσει τη μείζονα πρόταση τους συλλογισμού, τότε στο τέλος τους αλυσίδας, βρίσκονται τα στρατόπεδα. Όσο θα υπάρχει αυτή η αντίληψη, οι συνέπειές τους θα τους απειλούν». Γράφει: «να εκμηδενίσεις τον άνθρωπο είναι δύσκολο, όσο και να τον δημιουργήσεις». «Δεν είναι ανθρώπινη εμπειρία όταν βλέπεις τον άνθρωπο να μεταβάλλεται σε αντικείμενο». Ο Λέβι, αναφερόμενος στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, γράφει: δεν είναι δυνατόν να καταλάβουμε αυτά που συνέβησαν, σχεδόν δεν πρέπει να τα καταλάβουμε, πρέπει να τους μάθουμε για αυτά και να καταλάβουμε πώς γεννήθηκαν και να επαγρυπνούμε. Γιατί αυτό που έγινε μπορεί να ξανασυμβεί. Κλείνοντας το βιβλίο του γράφει πως αν κάτι τον βοήθησε να επιβιώσει, ήταν η θέλησή του να επιζήσει με σκοπό να διηγηθεί τα γεγονότα των οποίων υπήρξε μάρτυρας. Ήταν και η θέλησή του να βλέπει πάντα, ακόμη και τους πιο σκοτεινές ημέρες, τους συντρόφους του και τον εαυτό του σαν ανθρώπους, και όχι σαν αντικείμενα και έτσι να γλιτώσει από την τέλεια ταπείνωση και αποθάρρυνση που οδηγούν πολλούς στην ηθική συντριβή. Του είμαστε για αυτό ευγνώμονες.
 
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ