28/09/2021 Παναγιώτης Κατσαρός 1724

 

Η Μεταβίβαση

Παρουσίαση στο Σεμινάριο Λακανικής Ψυχανάλυσης στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δαφνί» κατά την περίοδο 2020-2021. Το σεμινάριο πραγματοποιείται κάθε χρόνο και οργανώνεται με ευθύνη της Ελένης Μόλαρη και του Παναγιώτη Κατσαρού σε συνεργασία με την ΑΚΣΠΑ.

Η παρουσίαση στη γραπτή της μορφή διατηρεί τον προφορικό της χαρακτήρα. Η μελέτη της μεταβίβασης ήταν το θέμα των διδασκαλιών της ΑΚΣΠΑ κατά την περίοδο 2020-2021 σε συνέχεια της έκδοσης του 8ου Βιβλίου του Σεμιναρίου του Λακάν, «Η μεταβίβαση».  

 

Η λέξη μεταβίβαση δεν ανήκει αποκλειστικά στην ψυχαναλυτική ορολογία. Την συναντάμε και σε άλλες επιστήμες όπως στη Νομική, στην Ψυχολογία, στην Κοινωνιολογία. Στη Νομική μπορεί να σημαίνει εκχώρηση δικαιωμάτων, μεταβίβαση αγαθών, κληροδότηση. Στην Ψυχολογία έχουμε τους όρους, αισθητηριακή μεταβίβαση (μεταβίβαση ενός αισθητηριακού δεδομένου από ένα αισθητηριακό πεδίο σε ένα άλλο), μεταβίβαση συναισθημάτων, μεταβίβαση μαθησιακών κεκτημένων. Στην Κοινωνιολογία έχουμε την μεταβίβαση ηθών, εθίμων, της κουλτούρας. Επίσης στον αθλητισμό υπάρχει ο όρος  «μεταβίβαση της μπάλας», κοινώς η πάσα!! 

Όπως βλέπουμε η μεταβίβαση έχει περισσότερο την έννοια της μετάθεσης αξιών ή δικαιωμάτων και λιγότερο υλικών αντικειμένων. 

Στο πεδίο της ψυχανάλυσης, ως έννοια έλαβε έναν ορισμό πολύ ευρύ καθώς αντιστοιχούσε σε ένα σύνολο φαινομένων σχετικών με τις σχέσεις του ασθενούς με τον αναλυτή. Κατά συνέπεια έλαβε τόσους εννοιολογικούς ορισμούς όσες και παρατηρήσεις του κάθε αναλυτή, εξού και το μπέρδεμα που προκύπτει όταν επιχειρούμε να συλλάβουμε την πραγματική φύση της. (1,2) 

 

… κάποια ερωτήματα   

Μιλώντας για την μεταβίβαση υπάρχει πλήθος ερωτημάτων που αναδύονται και που θα προσπαθήσω στην παρουσίαση αυτή να αναδειχθούν. 

Υπάρχει άραγε μια στιγμή που η μεταβίβαση αναδύεται; Ποια είναι η φαινομενολογία της; Πώς την διακρίνουμε; Υπάρχει κάποιος μηχανισμός;

Όταν αντιληφθούμε την ύπαρξή της, πώς χειριζόμαστε τη μεταβίβαση; Υπάρχει μια γνώση γύρω από αυτό; Μια τεχνική που τη μαθαίνουμε; Υπάρχουν δηλαδή οδηγίες για  το πώς θα την αντιμετωπίζουμε άπαξ και εκδηλωθεί; Πρόκειται δηλαδή για μια προκαθορισμένη γνώση; Στη συνέχεια, πώς ο αναλυτής εμπλέκεται σε αυτή; Ευοδώνει την ύπαρξή της; Την αποφεύγει; Αδιαφορεί; Απαντά στη μεταβίβαση; Κι αν ναι, πώς απαντά;

 

Ο Φρόυντ εισήγαγε, από το 1895, στις “Μελέτες για την υστερία”, τον όρο της μεταβίβασης, Übertragung, διαπιστώνοντας ότι υπήρχαν αντιστάσεις στη θεραπεία της Άννας Ο από τον Μπρόυερ (1882).  Εκείνο που του έκανε αρχικά εντύπωση ήταν η μετάθεση ασυνείδητων ιδεών αλλά κυρίως  η ένταση των συναισθημάτων της ασθενούς προς τον γιατρό. Άρχισε να αναρωτιέται για αυτές τις αντιστάσεις - οι οποίες ως κύριο χαρακτηριστικό είχαν να εμποδίσουν την ανάκληση απωθημένων μνημών - και κατέληξε στο γεγονός ότι αυτό το εμπόδιο εμφανίζεται όταν οι σχέσεις του γιατρού και του ασθενή διαταράσσονται. 

Διέκρινε λοιπόν τρία είδη διαταραχών (Βλ. Φρόυντ και Μπρόυερ, Μελέτες για την υστερία) που περιστρέφονται όλες γύρω από το πρόσωπο του γιατρού. Η πρώτη αφορά μια προσωπική αιτίαση εναντίον του γιατρού ή την επίδραση κάποιων λόγων σχετικά με αυτόν ή τη μέθοδό του. Η δεύτερη, τον φόβο της υπερβολικής προσκόλλησης και η τρίτη, τον φόβο μήπως μεταφέρει σε αυτόν αναπαραστάσεις που γεννώνται από το περιεχόμενο της ανάλυσης, με άλλα λόγια σεξουαλικές επιθυμίες. Ο Φρόυντ θα θεωρήσει αρχικά τη μεταβίβαση ως ένα φαινόμενο που έρχεται να διαταράξει τη θεραπεία και όχι ως αυτό πάνω στο οποίο στηρίζεται ουσιαστικά η θεραπεία. (1)

 

Για τον ψυχαναλυτή και την ψυχανάλυση 

Σε ένα από τα τεχνικά γραπτά του «Η τεχνική της ψυχανάλυσης» (1913), ο Φρόυντ, αναφέρει: «Η ψυχανάλυση είναι μια διαδικασία sui generis κάτι το καινούργιο και το ειδικό που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή παρά με την βοήθεια καινούργιων απόψεων ή καινούργιων υποθέσεων» ….. «Ας πούμε ότι πρόκειται για κανόνες παιχνιδιού (και κάνει μια σύγκριση της ψυχανάλυσης με το σκάκι) των οποίων η σπουδαιότητα απορρέει από τη σχέση με το σχέδιο, με το πλάνο αυτού του παιχνιδιού.» Δηλαδή  με λακανικούς όρους η ψυχανάλυση ως πρακτική έχει μια λογική.  

Ναι μεν κανόνες και πλάνο αλλά αυτό που ο Φρόυντ υπογραμμίζει από την αρχή είναι ότι αυτή η λογική της θεραπείας και ο χειρισμός της μεταβίβασης δεν μπορούν να μεταδοθούν σαν συνταγή. Η  τεχνική δεν μαθαίνεται στα βιβλία. Και συνεχίζει: «Η τεχνική αποκτάται πάντα με κόστος βαριών θυσιών, χρόνου, κόπου, σφαλμάτων και αστοχιών.» (3)

  Ο Φρόιντ λοιπόν θεωρεί απαραίτητο ο ψυχαναλυτής ο ίδιος να έχει κάνει ανάλυση ώστε μέσα από αυτή την  εμπειρία να έχει αποκτήσει μια ορισμένη γνώση που αφορά τον ίδιο, έτσι ώστε τα δικά του σύμπλεγμα να μην έρθουν να ενοχλήσουν την κατανόηση των λόγων των ασθενών του και να εμποδίσουν το χειρισμό της μεταβίβασης. Ο ψυχαναλυτής, λέει ο Φρόυντ, πρέπει να έχει υποστεί μια «ψυχαναλυτική κάθαρση».  Δεν  εφαρμόζει λοιπόν μια τεχνική την οποία έχει αποκτήσει ως έξωθεν γνώση. Εμπλέκεται ο ίδιος με το είναι του και το σημείο στο οποίο βρίσκεται είναι καθοριστικό για τον τρόπο με τον οποίο υποδέχεται εκείνον που του απευθύνεται. «Γίνεται κανείς σιδηρουργός σφυρηλατώντας» λένε οι φίλοι μας οι Γάλλοι!

Ο ψυχαναλυτής είναι πρώτα απ’ όλα προϊόν της δικής του ανάλυσης μιας διαδικασίας που έχει ως άξονα την μεταβίβαση. 

 

Οι φροϊδικοί πυλώνες της ψυχανάλυσης

Στο κείμενο «Για την ιστορία του ψυχαναλυτικού κινήματος», ο Φρόυντ μιλάει για τον πυλώνα πάνω στον οποίο ακουμπάει το οικοδόμημα της ψυχανάλυσης. Μιλάει λοιπόν για την θεωρία της απώθησης δηλαδή για το ασυνείδητο, αυτή την άγνωστη γνώση, την απωθημένη γνώση, από την μια, και από την άλλη, υπογραμμίζει τις ενορμητικές δυνάμεις και τη σπουδαιότητα της σεξουαλικότητας στον καθορισμό της νεύρωσης η οποία φανερώνεται μέσω της μεταβίβασης. Η μεταβίβαση είναι η ακλόνητη απόδειξη γι’ αυτό. (4)

 

Ξεκινώντας από το ασυνείδητο

Όλοι ξέρουμε τον τεχνικό κανόνα που συνδέεται με το ασυνείδητο. Δεν είναι άλλος από την  πρόσκληση, και γιατί να μην πούμε την εντολή, που έρχεται απ’ το στόμα του αναλυτή  “μιλήστε ελεύθερα χωρίς να παραλείψετε τίποτα,  με όποια σειρά θέλετε, πείτε ό,τι σας έρχεται στο νου χωρίς κριτική ακόμα και αυτά που σας φαίνονται άχρηστα, ακόμα και αν είναι οδυνηρά” δηλαδή  καλεί στον κανόνα του ελεύθερου συνειρμού.

 Μερικά χρόνια αργότερα στο κείμενό του «Το ζήτημα της ανάλυσης από μη-γιατρούς», θα θέσει το ερώτημα, για το ποιος είναι ο ειδικός χαρακτήρας αυτής της συζήτησης.  Αυτή η απαίτηση να τα πει κανείς όλα δεν ανάγεται στη χρήση των δυνατοτήτων της ομιλίας που είναι οικουμενικές και που είναι παρούσες και σε άλλες πρακτικές. Φέρνει το παράδειγμα της εξομολόγησης  και λέει ότι αυτό δεν συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο εφόσον στην εξομολόγηση  ο αμαρτωλός λέει αυτά που ξέρει και μόνο, ενώ στην ψυχανάλυση ο αναλυόμενος θα πει ακόμα περισσότερα.

Ήδη λοιπόν ο αναλυόμενος μιλώντας στην ανάλυση βρίσκεται αντιμέτωπος με την διαίσθηση ότι υπάρχουν μέσα του πράγματα τα οποία αντιτίθενται στον ίδιο, αντιτίθενται σε κάποιον εαυτό που του είναι γνώριμος και οικείος. (5)

 Υπάρχει γνώση που δεν γνωρίζεται, που είναι άγνωστη, θα πει ο Λακάν.  Αυτό είναι το ασυνείδητο. 

Όμως ο ελεύθερος συνειρμός δεν είναι (πάντα) εφικτός. Δεν είναι εύκολο να αφεθείς εξ’ ολοκλήρου. Πάντα υπάρχουν ένα σωρό εμπόδια στην ομιλία, πράγματα που ξεχνάμε, παρεμβολές άλλων σκέψεων, αμφιβολίες κ.ο.κ, τα οποία ο Φρόυντ ονόμασε αντιστάσεις.  Είναι το σημάδι της απώθησης. 

Οι ψυχικές δυνάμεις που κάποια μέρα προκάλεσαν την απώθηση, για παράδειγμα, μιας ιδέας, μιας σκέψης επώδυνης, ντροπιαστικής που δεν θέλαμε να ξέρουμε, αυτές οι ψυχικές δυνάμεις αντιτίθενται τώρα στην ανάμνηση και εκδηλώνονται ως αντίσταση.  Ο σκοπός της θεραπείας, που είναι η επάνοδος στην συνείδηση των απωθημένων στοιχείων, δεν μπορεί να προσεγγιστεί παρά με την ανακάλυψη των αντιστάσεων που πρέπει να νικηθούν.

Στον αντίποδα του θεμελιώδους κανόνα, υπάρχει και ένας δεύτερος κανόνας για τον Φρόυντ. Αφορά τον αναλυτή και είναι η κυμαινόμενη προσοχή.  Στον ελεύθερο συνειρμό απαντά η κυμαινόμενη προσοχή. Με αυτή την τεχνική δεν γίνεται επιλογή των λεγομένων του ασθενή με βάση τις  προσμονές του αναλυτή και  με αυτά που ήδη ξέρει. Έτσι αυτός ο θεμελιώδης κανόνας επιβάλλει ότι ο αναλυτής πρέπει να σταματήσει κάθε κρίση και να ξεχάσει οποιαδήποτε προηγούμενη γνώση. .

Ο ψυχαναλυτής πρέπει να προσεγγίζει κάθε περίπτωση σαν να είναι καινούργια ξεχνώντας όποια γνώση είχε συσσωρεύσει, να αγνοήσει δηλαδή αυτά που ξέρει. (3) Ο Λακάν θα πει ότι η αναλυτική επιστήμη πρέπει να τίθεται υπό αμφισβήτηση στη ψυχανάλυση της κάθε περίπτωσης.

Ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο πυλώνα που έχει να κάνει με την μεταβίβαση. Καθώς ο ασθενής μιλάει, εμφανίζεται και επιβάλλεται μια σχέση πολύ ιδιαίτερη με τον γιατρό που παίρνει το πάνω χέρι κυρίως υπό την μορφή μιας πολύ ισχυρής αγάπης, ενός πολύ ισχυρού έρωτα.  Αυτό είναι που ο Φρόιντ αποκαλεί  μεταβίβαση. 

Είναι η έκπληξη της μεταβίβασης, μια απρόσμενη καινοτομία όπως θα πει ο Φρόυντ στην Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση.

Συνεχίζει: «Πιστεύουμε ότι έχουμε πλήρως εξορθολογίσει την κατάσταση ανάμεσα σε εμάς και τον ασθενή ώστε να είναι διάφανη στο βλέμμα σαν μια άσκηση υπολογιστική, να όμως που φαίνεται ότι παρεισφρέει κάτι που δεν είχε ληφθεί υπόψη από αυτό τον υπολογισμό» (6)

Ενώ λοιπόν ο ασθενής, ο οποίος ήρθε να βρει μια λύση στα προβλήματα που του προκαλούν οδύνη, αρχίζει να έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το γιατρό το οποίο μπορεί να πάρει διάφορες μορφές και γίνεται αυτό πιο σημαντικό από τα δικά του προβλήματα. Αρχικά αυτό, λέει Φρόυντ, έχει μια ευχάριστη πλευρά και ο ασθενής ψάχνει να αποδείξει το πόσο ευγνώμων είναι στο γιατρό, δείχνει τον ενθουσιασμό του για όσα ο γιατρός λέει κάτι το οποίο, λέει ο Φρόιντ, «είναι βαρετό και κουραστικό έως και ενοχλητικό, το να μην μιλάει δηλαδή για τίποτα άλλο πέρα από το όνομά σας». Αυτές τις εκδηλώσεις τις ονομάζει θετική μεταβίβαση. Αυτή η πολύ ωραία συνεννόηση συμβαδίζει εξάλλου με μια βελτίωση της κατάστασης του ασθενούς. 

Ο Λακάν στην «Καθοδήγηση της θεραπείας» (1958) (Εcrits ) θα πει ότι αυτός ο πρωταρχικός έρωτας (énamoration), που παρατηρείται στην αρχή της θεραπείας  δεν είναι άλλος από τη Verliebtheit (ερωτική τρέλα) του Φρόυντ, που παίζει έναν κεντρικό ρόλο στην μεταβίβαση. Όλο αυτό ανάγεται στο επίπεδο του φαντασιακού. Στο 20ο σεμινάριο ο όρος «énamoration» θα αποδοθεί από τον Λακάν με μια νέα λέξη: ως «αγαπόμισος hainamoration». Το ανθρώπινο υποκείμενο δεν γνωρίζει αγάπη χωρίς μίσος και, από τα δύο συναισθήματα, ειδικά το μίσος είναι το μύχιο και ταυτόχρονα το πιο ανοίκειο για το υποκείμενο. (7) 

Όμως, όπως λέει ο Φρόυντ, μια τέτοια καλοκαιρία δεν μπορεί να διαρκέσει πάντα και μια μέρα ο καιρός χαλάει. Αναδύονται στην θεραπεία δυσκολίες. Οι συνειρμοί του ασθενούς σταματούν, τίποτα δεν του έρχεται πια στον νου, δεν σέβεται πια το θεμελιώδη κανόνα και θα έλεγε κανείς ότι είναι απορροφημένος από κάτι που θέλει να κρατήσει για τον εαυτό του. (6)

Έχουμε εδώ λοιπόν να κάνουμε με μια ισχυρή αντίσταση. Ο Φρόιντ θα πει επίσης ότι η αντίσταση μπορεί να πάρει τη μορφή μιας βίαιης ερωτικής απαίτησης σε νέες γυναίκες μάλλον ντροπαλές και αυτό εμποδίζει την δουλειά. Θέτει το ερώτημα:  Πώς να εξηγήσουμε λοιπόν αυτές τις θετικές ή εχθρικές εξάρσεις;  Τι είναι αυτό το φαινόμενο το οποίο εμφανίζεται ανελλιπώς, κάθε φορά  σαν συνέχεια εξωτερικών διαταραχών, το οποίο δεν βρίσκεται σε αναλογία με τις ικανότητες και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του γιατρού; Δεν είναι κάτι το τυχαίο.  Είναι ένα φαινόμενο που συνδέεται στενά με την ίδια την ουσία της ασθένειας.  Ο ασθενής μεταβίβασε στον γιατρό έντονα αισθήματα τρυφερότητας που δεν δικαιολογούνται ούτε από την συμπεριφορά του γιατρού, ούτε από την σχέση η οποία εγκαθιδρύθηκε μέσα στη θεραπεία. (6) Εδώ λοιπόν είναι η θέση του Φρόυντ ότι όλη αυτή η συναισθηματική διάθεση έρχεται από αλλού.  Ήταν ήδη παρούσα στον ασθενή.  Ο ασθενής επαναλαμβάνει αυτό που έχει συμβεί μέσα του στο παρελθόν.  

 

Στο κείμενό του, “ Για την ψυχοθεραπεία της υστερίας”, ο Φρόυντ κάνει αναφορά στη μεταβίβαση και την ορίζει  ως λανθασμένη - ψευδή σύνδεση.  Η μεταβίβαση στον γιατρό πραγματοποιείται μέσω ενός λανθασμένου συνειρμού.  Γενική αντίληψη είναι ότι η επένδυση μιας ασυνείδητης αναπαράστασης μετατίθεται σε μια άλλη αναπαράσταση η οποία είναι συνειδητή, και μάλιστα στο παρόν, και, όπως λέει, μεταβιβάζει στο πρόσωπο του γιατρού ασυνείδητες επιθυμίες.  Οπότε, ενώ αυτές οι επιθυμίες δεν αφορούν τον γιατρό αλλά ένα άλλο πρόσωπο πρόκειται για μια λανθασμένη σύνδεση. (8)

 

Το ίδιο ζήτημα ξαναβρίσκει στην Ντόρα η οποία διέκοψε την θεραπεία στους 3 μήνες το 1899 και ο Φρόυντ δημοσίευσε την περίπτωση το 1905. Λέει λοιπόν εκεί ότι  ένας σημαντικός αριθμός προηγούμενων ψυχικών καταστάσεων ξαναζωντανεύουν όσον αφορά την μεταβίβαση, όχι σαν καταστάσεις του παρελθόντος αλλά σα να έχουν επίκαιρη σχέση με το πρόσωπο του γιατρού.  Είναι κατά κάποιο τρόπο, λέει, ένα είδος στερεοτυπικών επανεκδόσεων ή επαν-εντυπώσεων. (9)

 

Έχουμε εδώ λοιπόν δύο σημαντικά σημεία στη θεωρία της μεταβίβασης στον Φρόυντ.  Ένα πρώτο σημείο, που παρουσιάζεται ήδη στα πρώτα γραπτά για την υστερία, είναι το γεγονός ότι ο ασθενής συνδέει κάτι που είναι παρόν από πριν με τη σχέση του με τον γιατρό ως καινούργιο αντικείμενο. Αυτό  αποκαλεί ο Φρόυντ  «μια ψευδή σύνδεση». Το δεύτερο σημείο είναι ότι η μεταβίβαση είναι επανάληψη.  

Η αναλυτική σχέση εδραιώνεται στην αρχή πάνω σε μια παρεξήγηση, μια πλάνη σχετικά με το πρόσωπο, με τις φαντασιώσεις που ο αναλυόμενος εναποθέτει στον αναλυτή και αυτός με την σειρά του δέχεται να σηκώσει.

Να λοιπόν η μεταβίβαση ταυτόχρονα ως εργαλείο και εμπόδιο.  Ως εμπόδιο και συνάμα  ως ψευδής σχέση. 

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ίδια η μεταβίβαση αντιτίθεται στην μεταβίβαση! Ένα παράδοξο που η κλινική πράξη μας το αποδεικνύει καθημερινά. 

 

Μεταβίβαση με την επανάληψη 

Ο Φρόυντ θα επιμείνει σε όλη τη διάρκεια του έργου του ότι η μεταβίβαση είναι η μεταφορά στον αναλυτή, κάποιου πράγματος που είναι ήδη παρόν. Για παράδειγμα στο άρθρο του “ Η δυναμική της μεταβίβασης” συνδέει την μεταβίβαση με την ενόρμηση και λέει το εξής: «Κατά βάθος ο καθένας έχει τον τρόπο του να ερωτεύεται, να αγαπάει, αυτός ο τρόπος λοιπόν υπόκειται σε κάποιους όρους, έχει κάποιες προϋποθέσεις και ικανοποιεί ορισμένες ενορμήσεις» και λέει ότι στην ερωτική ζωή του καθενός υπάρχουν κάποια κλισέ που επαναλαμβάνονται πολλές φορές.  Οπότε, αναρωτιέται αν πρόκειται για μια προδιάθεση ή αν είναι τυχαίο. Όπως το λέει στα ελληνικά, “είναι ο δαίμων και η τύχη που καθορίζουν το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου.” (10) 

Επεξεργάζεται λοιπόν πώς στον καθένα η λιβιδινική επένδυση είναι σε αναμονή και έτοιμη να μεταφερθεί στο πρόσωπο του γιατρού σύμφωνα με τα κλισέ τα οποία είναι ήδη παρόντα στο υποκείμενο.

Στην 27η διάλεξη για την ψυχανάλυση αναφέρει: 

«Ο ασθενής έρχεται με τα συμπτώματα του. Η ασθένεια εξελίσσεται σαν ένα ζωντανό όν.  Αλλά εκείνο που η ασθένεια παράγει ως καινούργιο, η καινοτομία της ασθένειας δηλαδή, επικεντρώνεται σε ένα μόνο σημείο, δηλαδή στη σχέση με τον γιατρό».  Λέει λοιπόν ότι δεν έχουμε να κάνουμε με την προηγούμενη ασθένεια αλλά με μια νεύρωση που έχει δημιουργηθεί από την αρχή, έχει τροποποιηθεί και  έχει αντικαταστήσει την πρώτη, την προηγούμενη.

 Έχουμε μια εμπειρία in vivo, όπου ο αναλυτής συμπεριλαμβάνεται ως αντικείμενο.

Αυτό αλλάζει το νόημα των συμπτωμάτων. Tα συμπτώματα έχουν εγκαταλείψει την αρχική σημασία και επαναδιοργανώνονται γύρω από ένα καινούργιο νόημα, που συνίσταται σε μια σχέση με την μεταβίβαση.  Αντικαταστήσαμε τη συνήθη νεύρωση με τη μεταβιβαστική νεύρωση.

Λοιπόν το να ξεμπερδέψουμε, να τελειώσουμε με αυτή την καινούργια, την τεχνητή νεύρωση είναι το ίδιο πράγμα με το να λύσουμε, να θεραπεύσουμε την ασθένεια η οποία ήρθε προς θεραπεία, άρα λοιπόν θεραπεύουμε την νεύρωση θεραπεύοντας την μεταβιβαστική νεύρωση.  (6)

Το υποκείμενο στη μεταβίβαση ξαναπαίζει όλους τους τρόπους της σχέσης του με τον Άλλο, όλους τους τρόπους επένδυσης της λίμπιντό του.  Το σημαντικό όμως λέει ο Φρόυντ είναι ότι αυτό διαδραματίζεται πέρα από κάποια σχέση με την επανάληψη. Αυτό που εκτυλίσσεται μέσα στη θεραπεία δεν είναι κάτι που ο ασθενής το  θυμάται. Δεν θυμάται  ότι έτσι υπήρξε και με τους σημαντικούς Άλλους, με τον πατέρα του για παράδειγμα. Και όμως είναι αυτό που κάνει.

Περιγράφει την ψυχαναλυτική εργασία του σε δύο φάσεις: στον πρώτο χρόνο όλη η λίμπιντο αποσύρεται από τα συμπτώματα και ωθείται προς την μεταβίβαση. Σε δεύτερο χρόνο το καινούριο αντικείμενο ( ο ψυχαναλυτής ) πρέπει να αποδεσμευτεί από την λίμπιντο που έχει επενδύσει το υποκείμενο.

 

Ο Φρόυντ στις “Παρατηρήσεις για τον έρωτα της μεταβίβασης” (1915) αναρωτιέται τι είδους αγάπη είναι αυτή που εμφανίζεται στη μεταβίβαση και καταλήγει ότι είναι μια πραγματική αγάπη. Χαρακτηρίζει, από την μια, τον έρωτα της μεταβίβασης ως «τεχνητή νεύρωση», εσφαλμένη σύνδεση αλλά σε άλλα σημεία λέει «Όχι! Πρόκειται για αληθινό έρωτα.» 

Ο έρωτας της μεταβίβασης αποκαλύπτει κάθε έρωτα που έχει πάντα μια πλευρά σφάλματος και απάτης, ως απατηλό συναίσθημα. Το παρουσιάζει ως τέτοιο γιατί υπάρχει μια υπερεκτίμηση αυτού του αντικειμένου της αγάπης και ταυτόχρονα μια υποτίμηση σε εκείνον που αγαπά .(10)

 

Φαντάζομαι ότι όλοι σας θα είχατε την ευκαιρία να επαληθεύσετε αυτή την υπερεκτίμηση του αντικειμένου αγάπης. Σε ποια  θέση  βάζετε τον άλλο και σε ποια μπαίνετε εσείς;  Επίσης ποια είναι η εξέλιξη που αυτό μπορεί να έχει με τον καιρό;

 

Παρουσιάζει τα πράγματα εδώ από την πλευρά της συγκίνησης, σαν να πρόκειται για μια παρορμητική ή καλύτερα μια ενορμητική ενεργοποίηση της ασυνείδητης σεξουαλικότητας. 

Ο Λακάν δεν ξερίζωσε το συναίσθημα από την ψυχανάλυση, αλλά το έβαλε πάλι στη θέση του. Λέει χαρακτηριστικά ότι αν υπάρχει ένα συναίσθημα, αυτό δεν είναι η αγάπη αλλά το άγχος και μόνο το άγχος δεν ψεύδεται.  Γι’ αυτό ο Λακάν υποχρεώθηκε να επανορθώσει αυτή την παρέκκλιση βάζοντας στην πρώτη γραμμή την λειτουργία και το πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας.

Συνοψίζοντας: Η αναλυτική σχέση εδραιώνεται στην αρχή πάνω σε μια παρεξήγηση, μια πλάνη σχετικά με το πρόσωπο του αναλυτή και με τις φαντασιώσεις που ο αναλυόμενος εναποθέτει στον αναλυτή.

 

Για τον Φρόυντ είναι ξεκάθαρο ότι όταν σταματάνε οι συνειρμοί του ασθενούς, εκεί εμφανίζεται η μεταβίβαση ως αντίσταση. Είναι σίγουρο ότι τότε υπάρχει μια σκέψη στον αναλυόμενο, μια σκέψη που αφορά τον αναλυτή.

Μιλάει για θετική και αρνητική μεταβίβαση και καταλήγει ότι ναι μεν μπορεί η μεταβίβαση να είναι από τις πιο ισχυρές αντιστάσεις στη θεραπεία αλλά αυτά τα φαινόμενα της μεταβίβασης μας παρέχουν μια πολύτιμη υπηρεσία γιατί μας επιτρέπουν να φέρουμε στο φως τις ξεχασμένες και τις απωθημένες ερωτικές συγκινήσεις του ασθενούς προσδίδοντας σε αυτές τις συγκινήσεις ένα χαρακτήρα επικαιρότητας.  Δηλαδή ναι μεν πρόκειται για κάτι του παρελθόντος, αλλά μέσα στην ανάλυση αυτές οι συγκινήσεις γίνονται επίκαιρες αναφερόμενες στο πρόσωπο του αναλυτή με αυτό τον τρόπο. Οπότε για τον Φρόυντ ναι μεν η μεταβίβαση είναι μια αντίσταση γιατί σταματάει η διαδικασία του ελεύθερου συνειρμού, αλλά από την άλλη μέσω της μεταβίβασης επικαιροποιούνται, θα λέγαμε, όλα αυτά που ο ασθενής έχει ξεχάσει, έχει απωθήσει.

 Όλη η δουλειά του αναλυτή είναι να ερμηνεύσει αυτό που συμβαίνει “εδώ και τώρα” μέσα στη συνεδρία ώστε να νικηθεί αυτή η αντίσταση που προβάλει η μεταβίβαση για να μπορέσει να προχωρήσει τελικά η αναλυτική διαδικασία.  Δηλαδή πολύ απλά, ό,τι από το ασυνείδητο δεν μπορεί να αναδυθεί στο προσυνειδητό λόγω των αντιστάσεων, (πρώτη φάση της μεταβίβασης-αντίστασης, αν μπορούμε να το πούμε έτσι )  επιτυγχάνει αυτή την εν λόγω διείσδυση στο προσυνειδητό μέσα από μια παράκαμψη, μέσα από ανώδυνες  συγκαλυμμένες διόδους που είναι και πάλι η μεταβίβαση προς το πρόσωπο του αναλυτή. 

Στο κείμενο του 1914 "Επανάμνηση, επανάληψη και επεξεργασία”  μας  λέει ότι οι ασθενείς όσα δεν θυμούνται ή έχουν απωθήσει, τα μεταφράζουν σε πράξεις. Υπάρχει αυτό που λέμε “miss and act”.  Το ξεχασμένο γεγονός  δεν εμφανίζεται  υπό τη μορφή ανάμνησης  αλλά με την μορφή μιας πράξης. Ο ασθενής επαναλαμβάνει αυτή την πράξη χωρίς να ξέρει ότι πρόκειται για επανάληψη. (3)

 

Πως πρέπει να χειριζόμαστε την μεταβίβαση;

 Τι κάνουμε με όλες αυτές τις ερωτικές εξάρσεις ή την επιθετικότητα του ασθενή;

Ο Φρόυντ είναι ξεκάθαρος “Στην τεχνική της ψυχανάλυσης”  λέγοντας  ότι το να ικανοποιήσουμε την ερωτική ανάγκη του ασθενούς είναι το ίδιο καταστροφικό και οδηγεί σε περιπέτειες με το να την καταπνίξουμε. Δεν πρέπει να προσποιηθούμε ότι δεν το βλέπουμε, δεν πρέπει να το φοβηθούμε ή να φοβίσουμε την ασθενή, δεν πρέπει να αποστρέψουμε το βλέμμα και να πούμε όχι αυτό, όμως ούτε πρέπει να απαντήσουμε. (3)  Είναι λοιπόν μια καινούργια, μια πρωτόγνωρη απάντηση. Πρέπει, λέει, να διατηρήσουμε την μεταβίβαση για μια περίοδο, δηλαδή θα πρέπει να αφήσουμε τον ασθενή να υποφέρει για αρκετό χρόνο.  Γιατί έτσι, μην απαντώντας, η μεταβιβαστική νεύρωση θα αναπτυχθεί πλήρως και θα καταφέρουμε να την λύσουμε. Δεν πρέπει να τη διακόψουμε προτού εμφανιστεί.  Το να μην απαντήσουμε στοχεύει στην λύση της μεταβίβασης.  Αυτό λοιπόν που καθιστά ιδιαίτερη την ψυχανάλυση είναι ότι η μεταβίβαση είναι ένα μέσο που δεν παραμένει κρυμμένο, είναι ακριβώς το ίδιο το αντικείμενο της θεραπείας λέει ο Φρόιντ. (3)

 

Η μεταβίβαση στον Λακάν

Στο κείμενό του “Η πρόταση για τον ψυχαναλυτή της σχολής”, του Οκτωβρίου του 1967 ο Λακάν λέει: “Στην αρχή της ψυχανάλυσης είναι η μεταβίβαση”. (11)

Ας έρθουμε όμως λίγο πιο πριν …

Το 1951 στο κείμενό του “Παρέμβαση για τη μεταβίβαση” οδεύει  παράλληλα με τον Φρόυντ.  Θα μιλήσει για την αδράνεια του υποκειμένου, κάτι που επανέρχεται αναλλοίωτο. Η μεταβίβαση είναι η εμφάνιση, σε μια στιγμή στάσης της αναλυτικής διαλεκτικής, των σταθερών τρόπων σύμφωνα με τους οποίους το υποκείμενο συγκροτεί τα αντικείμενά του.  

Έχουμε δηλαδή μια  διαλεκτική εκδοχή της μεταβίβασης και την εκδοχή της στάσης της διαλεκτικής όπου εμφανίζεται η φαντασίωση.  Εδώ βλέπουμε πως σε αυτή την περίοδο της διδασκαλίας του για τον Λακάν η μεταβίβαση και η επανάληψη συνδέονται μεταξύ τους μέσω αυτής της αδράνειας.  

Επίσης στο κείμενο “Η καθοδήγηση της θεραπείας” 1958  αντιλαμβάνεται την μεταβίβαση μέσω της διάστασης του αιτήματος, του αιτήματος που είναι σύμφυτο με την ομιλία. Από την στιγμή που μιλάμε, που απευθυνόμαστε σε κάποιον, απευθύνουμε ένα αίτημα. Με την διαμεσολάβηση αυτού του αιτήματος όλο το παρελθόν του αναλυόμενου επανέρχεται. Τα σημαίνοντα των παλιότερων αιτημάτων επανεμφανίζονται. Οπότε εδώ διαπιστώνουμε πάλι πως η μεταβίβαση εξακολουθεί να συμπεριλαμβάνει την επανάληψη.  Ο αναλυτής είναι εδώ στη θέση του Άλλου του αιτήματος και υποστηρίζει όλα τα προσωπεία του Άλλου που έχει να κάνει με την ιστορία του υποκειμένου.  (12)

Στην πορεία όμως ο Λακάν αναζήτησε το συμβολικό ελατήριο και έθεσε το ερώτημα του πραγματικού που η μεταβίβαση περικυκλώνει. 

 Δεν συμπύκνωσε την μεταβίβαση σε ένα ζήτημα αισθημάτων. Η μεταβίβαση δεν είναι ένα φαινόμενο καθαρά φαντασιακό, αν και υπάρχει αυτή η  φαντασιακή εκδοχή

Το 1960-61 στο σεμινάριό του «Η μεταβίβαση» θα διαπραγματευτεί το ζήτημα της μεταβίβασης με αφετηρία το Συμπόσιο του Πλάτωνα και θα μιλήσει για την αγάπη της μεταβίβασης ως μεταφορά.  Ακούγοντάς το αυτό καταλαβαίνουμε αμέσως ότι ο Λακάν τοποθετεί εδώ την αγάπη της μεταβίβασης σαν κάτι που κατέστη εφικτό μέσω της σημαίνουσας αλυσίδας. Είναι δηλαδή απόρροια της ομιλίας, του αιτήματος, της γλώσσας αλλά και της πίστης του αναλυόμενου στο όνομα της δικής του μη γνώσης. Στο γεγονός δηλαδή ότι ο ίδιος δεν ξέρει τι του συμβαίνει αλλά υποθέτει ότι κάποιο νόημα κρύβεται πίσω από αυτό που τον ταλαιπωρεί και ζητάει από κάποιον που ξέρει ίσως καλύτερα απ’τον ίδιο γιατί δεν πάνε καλά τα πράγματα .

Ζητώντας λοιπόν από την μια να μάθει, να συμπληρώσει αυτή του την έλλειψη ζητά παράλληλα και να τον αγαπήσουν όπως ακριβώς είναι. Αυτό όπως φαίνεται το ευνοεί και ο ίδιος ο ψυχαναλυτικός κανόνας «πείτε ό,τι σας έρχεται στο μυαλό χωρίς ντροπή και χωρίς λογοκρισία». Ευνοεί την εμπιστοσύνη και την αποδοχή.  

Αυτό βέβαια στην πορεία είναι χρέος της ερμηνείας να το εξισορροπήσει. 

Στο Συμπόσιο, περιγράφεται η γέννηση της καινούριας αγάπης, του έρωτα του Αλκιβιάδη για τον Αγάθωνα, μέσω των δράσεων του Σωκράτη. 

Ο Σωκράτης ξέρει ότι ο Αλκιβιάδης είναι ερωτευμένος μαζί του και αναζητά την ομολογία αυτού του έρωτα με το να αναρωτιέται τι έχει μέσα του που να τον δικαιολογεί.

Καταφέρνει μέσα από την ομιλία και την γλώσσα, δηλαδή μέσω του σημαίνοντος να “μεταμορφώσει” τον Αλκιβιάδη σε εραστή και, για την ακρίβεια, το ερωτικό αίτημα του Αλκιβιάδη προς τον Σωκράτη σε επιθυμία για κάποιον άλλο. Με αυτό τον τρόπο γεννιέται η αγάπη. 

Ένας παραλληλισμός:  ο Αλκιβιάδης είναι ακριβώς σαν το μελλοντικό αναλυόμενο, ο οποίος ψάχνοντας την απάντηση για την οδύνη του (πρώτο αίτημα) έχει πάντοτε ένα αίτημα να τον αγαπήσουν. Ο Αλκιβιάδης είχε λοιπόν το αίτημα να αγαπηθεί από τον Σωκράτη. Όλα περιστρέφονται γύρω από την έλλειψη και το αντικείμενο που υποτίθεται ότι κρύβει ο ερώμενος.  Είναι το πολύτιμο πράγμα, τα αγάλματα που υποτίθεται ότι είναι κρυμμένα στον Σωκράτη. 

Η εμπειρία της ανάλυσης μεταβάλλει αυτό το αίτημα σε επιθυμία να αγαπήσει ή όπως λέει ο Λακάν σε επιθυμία να συνεχίσει κάποιος να επιθυμεί. Όπως ακριβώς έγινε και στο Συμπόσιο. Γι αυτό και ο Λακάν λέει ότι ο Σωκράτης είναι ο πρώτος ψυχαναλυτής. Δεν συναινεί στο αίτημα, δεν ενδίδει στις προτάσεις του Αλκιβιάδη (χωρίς ωστόσο να κρύβει ότι τον ενδιαφέρει) ενώ από την άλλη δεν σταματά ο ίδιος να επιθυμεί (η επιθυμία του αφορά την γνώση) κάτι που  τον κάνει να είναι περισσότερο επιθυμητός. Γι’ αυτό τον λόγο εμφανίζεται ακόμη πιο πολύτιμος. Ο Σωκράτης με όπλο τη διαλεκτική, το σημαίνον, συντελεί ώστε να υπάρξει αυτή η μεταφορά της αγάπης. (12,13,14,15)

Έχουμε λοιπόν από την μια τον Εραστή και από την άλλη τον Ερώμενο (πίνακας)

Εραστής

Ερώμενος (ουδέτερο, το ερώμενο επέχει θέση αντικειμένου

S=Το υποκείμενο της επιθυμίας

Το υποκείμενο της έλλειψης

Αγαπιέται και είναι εκείνος που έχει το αντικείμενο της επιθυμίας α

 

Η αγάπη είναι μια σημασία που γεννιέται από μια μεταφορά. Το αντικείμενο έρχεται στη θέση του ιδανικού . Έρχεται μια στιγμή που δεν ακούμε παρά τα εγκώμια του αντικειμένου.

              

 Αυτός λοιπόν ο τύπος σημαίνει ότι το σημαίνον Αλκιβιάδης υποκαθιστά το σημαίνον Σωκράτης για να επανεμφανιστεί με μια νέα επιπλέον αξία που γράφεται εδώ +S για να υποδείξουμε μια νέα δυνατότητα για αγάπη και επιθυμία. (16)

 

Στο 11ο σεμινάριο το 1964 ο Λακάν επανέρχεται στις θεμελιώδεις έννοιες του Φρόυντ, το ασυνείδητο, την επανάληψη, τη μεταβίβαση και την ενόρμηση, με αυτή τη σειρά και δεν τις εξετάζει όπως ο Φρόυντ αλλά παίρνει τις αποστάσεις του. 

 Αυτό όμως που αποτέλεσε τομή στο ζήτημα της μεταβίβασης απ’ τη μεριά του Λακάν είναι η έννοια που εισάγει στο 11ο σεμινάριο, του sujet supposé savoir  που μεταφράζουμε σαν "το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει". Αυτός είναι ο άξονας της μεταβίβασης. 

Το sujet supposé savoir είναι αποτέλεσμα της ομιλίας και ο Λακάν τονίζει κυρίως το λέγειν στη σχέση του υποκειμένου με την ομιλία και όχι τόσο στην λιβιδινική επανάληψη. (17)

Ο Μιλέρ αναφέρει  ( “Πως αρχίζουν οι αναλύσεις”  Απρίλιος 1994) ότι το αρχικό αίτημα για ανάλυση αποτελεί ένα αίτημα σημασίας, είναι ένα αίτημα του τύπου τι θέλει να μας πει αυτό; Μας παραπέμπει στις εικονογραφημένες ιστορίες των «Peanuts», με τον γνωστό ήρωα Τσάρλυ Μπράουν και την αδερφή του Σάλι, η οποία κάθε φορά που της έλεγαν κάτι, απαντούσε «τι υποτίθεται ότι σημαίνει αυτό;» [what is it supposed to mean?]  Δηλαδή δεν πιστεύει ότι αυτό που λέμε είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε να πούμε.  Νιώθει ότι υπάρχει μια κάποια απόσταση μια διάσταση ανάμεσα σε αυτό που έχει λεχθεί και σε αυτό που θέλουμε να πούμε.  Με άλλα λόγια μια διάσταση μια απόσταση ανάμεσα στο σημαίνον και στην σημασία.  

 

Ο Λακάν δανείζεται τον αλγόριθμο Σοσύρ για το γλωσσικό σημείο  αλλά παρεμβαίνει σε αυτό και το αντιστρέφει ως εξής: σημαίνον (ακουστική εικόνα) προς  σημαινομένου (σημασία) 

σχήμα:    

 

(Βλ στα Γραπτά, Η Βαθμίδα του γράμματος, 1957) 

 

Σε αυτό το μαθήμιο το σημαίνον καθορίζει το σημαινόμενο. Η μπάρα καταδεικνύει για τον Λακάν έναν διαχωρισμό των δύο αυτών τάξεων και δεν έχουμε μια ενότητα, όπως στον Σοσύρ. Πάνω από  την μπάρα έχουμε το μεγάλο  [S], που  είναι το επίπεδο της σημαίνουσας ύλης, των ήχων, των γραμμάτων. Το μικρό [s] από κάτω δηλώνει την σημασία, αυτό που καταλαβαίνουμε. Πάνω από την μπάρα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι το σημαίνον δεν υφίσταται από μόνο του, σχηματίζει μια αρθρωμένη αλυσίδα όπου μπορούμε να την γράψουμε ως εξής: [S1--->S2]. Είναι ο διαφορικός ορισμός των στοιχείων μεταξύ τους που ήδη ο Σοσύρ υπογράμμιζε, δηλαδή ότι κάθε στοιχείο δεν έχει αξία παρά σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα.  Είναι η παραπομπή ενός σημαίνοντος σε ένα άλλο που δημιουργεί τη σημασία.  

Ο Λακάν μιλάει και για την ακατάπαυστη διολίσθηση του σημαινομένου κάτω από την μπάρα. Εδώ συναντάμε και τη θεωρία του για το σημείο διαρραφής.  Mια φράση δεν ολοκληρώνει τη σημασία της παρά μέσω της τελευταίας λέξης της. Κάθε σημαίνον δεν αντιστοιχεί σε μία σημασία, σε μια σημαίνουσα αλυσίδα. Χρειάζεται το επόμενο σημαίνον για να την αποκτήσει και μόνο όταν μπει και το τελευταίο σημαίνον στη σειρά μπορούμε να πούμε ότι έχουμε μια σημασία στην καλύτερη περίπτωση. Με άλλα λόγια το νόημα είναι αναδρομικό.  

Αυτό μπορούμε να το δούμε και με κάποιες σύνθετες λέξεις όπως για 

παράδειγμα : Τήλε-γράφο-ξύλο,  κάθε συλλαβή έχει διαφορετικό νόημα. τηλέ= απομακρυσμένο, γράφω=σχεδιάζω σε μια επιφάνεια και το ξύλο= κομμάτι δέντρου επεξεργασμένο ή μη. Όλο μαζί =το ξύλινο στήριγμα των καλωδίων του τηλεγραφου ή μεταφορικά ο ψηλός ο άχαρος κτλ.  Δηλαδή στο τέλος παράγεται η σημασία της λέξης, στο τελευταίο φώνημα ή την τελευταία λέξη. 

 

Ο αλγόριθμος της μεταβίβασης 

Στο λακανικό κείμενο “Ή πρόταση για τον ψυχαναλυτή της σχολής” του 1967  εισάγει τον αλγόριθμο της μεταβίβασης.


                    

Το St είναι το σημαίνον της μεταβίβασης, (το t είναι transfert, μεταβίβαση), ένα πρώτο σημαίνον που από μόνο του είναι αινιγματικό, ένα σημαίνον που μπορεί να πάρει διάφορες τιμές. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το σύμπτωμα, το όνειρο, η παραλεξία, η παραπραξία είναι ακριβώς σημαίνοντα μοναχά τους τα οποία δεν καταλαβαίνουμε και εμφανίζονται σαν διαταραχές της κοινής γλώσσας, του κοινού λόγου, είναι σαν να μην θέλουν να πουν τίποτε. Για να έχουμε ένα νοηματικό αποτέλεσμα χρειάζονται το λιγότερο δύο σημαίνοντα. Το μεγάλο  S  δεν είναι ένα υποκείμενο που απευθύνεται σε ένα άλλο υποκείμενο, είναι ένα σημαίνον που εκπροσωπεί το υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον. Το Sq (q=quelconque), είναι  ένα οποιοδήποτε σημαίνον. Αυτό λοιπόν το μονάχο σημαίνον τέτοιου τύπου όταν απευθύνεται σε ένα ψυχαναλυτή αυτομάτως εμπλέκεται ένα δεύτερο σημαίνον το Sq .  Έστω και αν το Sq κατονομάζεται με ένα κύριο όνομα, αυτό που το διακρίνει δεν είναι η γνώση, λέει ο Λακάν. Απλά αυτό το σημαίνον ενσαρκώνεται στον ψυχαναλυτή επειδή έχει ένα όνομα χωρίς να σημαίνει ότι έχει την απαραίτητη γνώση για να απαντήσει σε αυτό το αινιγματικό πρώτο σημαίνον. Αφήστε που ο αναλυτής ως γνωστόν δεν απαντά! Πέρα από το χιούμορ το γεγονός ότι δεν απαντά έχει να κάνει με το να μην βιαστεί να ταμπώσει με νόημα αυτό το σημαίνον, παρά να μείνει ως μια έκκληση για νόημα και για γνώση, να βάλει μπροστά το ασυνείδητο.  Δεν υπάρχει λοιπόν απάντηση, οπότε το υποκείμενο εξακολουθεί  να διερωτάται και έτσι προκύπτει το υποκείμενο που υποτίθεται ότι ξέρει / που υποτίθεται ως γνώση. Αυτό είναι το μικρό s (το savoir ) στον παρονομαστή του κλάσματος που είναι έξω από την παρένθεση. Πρόκειται για ένα υποκείμενο το οποίο διασυνδέεται με μια ασυνείδητη γνώση. Η ασυνείδητη γνώση είναι αυτή η αλυσίδα των σημαινόντων s1, s2…sn  του υποκειμένου μέσα στην παρένθεση.  

Εδώ παρατηρούμε αυτήν την  τριαδική δομή για την οποία επέμεινε ο Λακάν. Δεν πρόκειται για ένα υποκείμενο που συναντάει ένα άλλο υποκείμενο.  Αναιρεί τα περί δι-υποκειμενικότητας που είχε εισάγει στην αρχή της διδασκαλίας του. Δεν αφορά το ψυχολογικό υποκείμενο (του συνειδητού) αλλά  το υποκείμενο ως αποτέλεσμα της καθαρής σημαίνουσας σχέσης. 

Να σημειώσουμε ξανά αυτό για το οποίο ο Λακάν επέμεινε. Ότι δηλαδή το σημαίνον Sq δεν ξέρει τίποτε για τα ασυνείδητα σημαίνοντα του υποκειμένου. Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Αυτό μας επιτρέπει να δούμε ότι η ουσία του υποκειμένου, που υποτίθεται ως γνώση δεν έγκειται σε κάποια γνώση που υποτίθεται πως κατέχει ο ψυχαναλυτής, αλλά έγκειται αντίθετα στο γεγονός ότι ο ψυχαναλυτής στηρίζει ένα σημείο μη-γνώσης. Ο ψυχαναλυτής δεν πρέπει να γνωρίζει το ασυνείδητο του υποκειμένου. Ούτε να ξέρει το ασυνείδητο εν γένει όπως ξέρει ένας ψυχολόγος την προσωπικότητα, ένας ψυχίατρος τις ψυχικές διαταραχές ή ένας ιστορικός την ιστορία. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο ψυχαναλυτής είναι ένας αδαής. Υπάρχει μια γνώση που ο ψυχαναλυτής οφείλει να γνωρίζει λέει ο Λακάν που είναι μια γνώση κειμενική -και όχι η αναφορική γνώση, αυτή του ειδήμονα- είναι μια γνώση που μοιάζει περισσότερο με την γνώση του ποιητή ή του σχολιαστή των Γραφών, του ταλμουδιστή, κάποιου που επεξεργάζεται τα κείμενα και έχει μια γνώση επί των κειμένων, να ξέρει δηλαδή να διαβάζει (Λακάν, στο «Ραδιοφωνία», Άλλα γραπτά). Με άλλα λόγια, ο αναλυτής πρέπει να ξέρει τη δομή που περιβάλλει το ασυνείδητο, δηλαδή το πώς το ασυνείδητο είναι κατασκευασμένο, πώς οικοδομείται. 

Πρέπει να ξέρει τη λογική του ασυνειδήτου αλλά όχι το περιεχόμενο του ασυνειδήτου (13,15)

 

Πώς γεννιέται η μεταβίβαση;

Όπως είπαμε προηγουμένως η ανάλυση αρχίζει με το σημαίνον της μεταβίβασης. Είναι το κεφαλαίο St. Αντιπροσωπεύει το υποκείμενο και παράγεται από αυτά που λέει το υποκείμενο. Το σημαίνον της μεταβίβασης είναι αυτό χάρη στο οποίο το υποκείμενο αναρωτιέται τι σημαίνει αυτό, τι θέλει να πει αυτό. Δηλαδή υπάρχει κάτι που συμβαίνει στη ζωή κάποιου και αποτελεί μια τομή στο επίπεδο της σπουδαιότητας του νοήματος, πρόκειται για κάτι της τάξεως δεν καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει. Αυτό απομονώνεται ως τέτοιο, είναι κάτι που λαμβάνει το καθεστώς του σημαίνοντος, σημαίνει κάτι αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς. Είναι ένα σημαίνον αινιγματικό. Εξ ου και η αναζήτηση απάντησης για το τι σημαίνει.  

Αυτό που πρέπει να έχουμε κατά νου είναι ότι το σημαίνον της μεταβίβασης δεν είναι αναγκαστικά το σημαίνον του αιτήματος. Δεν αρκεί δηλαδή να πει κάποιος ήρθα για ανάλυση επειδή έχω κατάθλιψη ή με προέτρεψε η σύζυγός μου επειδή δεν τα πάμε καλά στη σχέση μας. Αυτά δεν συνιστούν το σημαίνον της μεταβίβασης για τον απλούστατο λόγο ότι δεν φανερώνουν ούτε μια οδύνη ούτε έναν διχασμό του υποκειμένου ούτε ένα είδος μη κατανόησης αυτού που του συμβαίνει. Δεν υπάρχει υποκειμενικό ερώτημα. Χρειάζεται κάποια προϋπόθεση προκειμένου να απευθύνει κάποιος το αίτημα. Χρειάζεται αυτό που Μιλέρ ονομάζει προ-ερμηνεία των συμπτωμάτων του υποκειμένου από τον ίδιο. Χρειάζεται επίσης μια κατάσταση τομής, δηλαδή μιας απάντησης που δεν ικανοποιεί. Το υποκείμενο τα κατάφερνε με όλες του τις δυσκολίες και ξαφνικά τίποτα δεν πάει καλά, οι λύσεις του δεν λειτουργούν, δεν μπορεί πια να απαντήσει σε αυτό μόνος του, γι’ αυτό απευθύνεται σε κάποιον Άλλο.

Τι καλύτερο θα μπορούσε να του συμβεί από το να “πέσει” πάνω σε έναν ψυχαναλυτή! Ο ψυχαναλυτής είναι στη θέση του δεύτερου σημαίνοντος Sq και περιμένουμε από εκείνον να ενεργήσει με τέτοιον τρόπο ώστε να αναδυθεί το νόημα στη σύνδεσή του με το πρώτο, δηλαδή η ασυνείδητη γνώση που υποτίθεται. Ο αναλυτής έρχεται να συμπληρώσει το σύμπτωμα και ο αναλυόμενος να αγκιστρώσει το σύμπτωμά του στον Άλλο μέσω του σημαίνοντος της μεταβίβασης προκειμένου να αποκρυσταλλωθεί το σύμπτωμα και να παραχθεί η γνώση του ασυνειδήτου.  Αυτή τη γνώση εκεί, θα την παράγει το υποκείμενο μέσω της ομιλίας του και η γνώση αυτή θα διαβαστεί μέσα σε αυτά που λέει, θα προκύψει από τον ελεύθερο συνειρμό και θα παράγεται καθ’ όλη την διάρκεια της θεραπείας. Δεν βρίσκεται εκεί εκ των προτέρων εσαεί.  Στην αρχή πρόκειται για μια γνώση εν αναμονή και υπάρχει μια χρονικότητα που εμπλέκεται στην μεταβίβαση. Αυτή είναι μια διάσταση  ιδιαίτερη στον Λακάν.  Είναι ο ορισμός του ασυνειδήτου με αφετηρία την μεταβίβαση σε αυτό τον αλγόριθμο.  Το ασυνείδητο δεν βρίσκεται εκεί ανέκαθεν, το ασυνείδητο είναι ένα είδος υποκειμενικού συμβάντος, μιας αστραπής, εμφανίζεται στις διακοπές του λόγου, στις παραδρομές, στα όνειρα και άρα η ερμηνεία θα στοιχειοθετήσει, θα συγκροτήσει αυτή τη γνώση προοδευτικά. Όλη αυτή η διαδικασία συνιστά το υποκείμενο που υποτίθεται ως γνώση, το sujet supposé savoir.

 

 

 

 

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ