08/09/2020 Χάρις Κοντού 407

Η ποιητική της ερμηνείας

Ο Ζακ Λακάν στο 3ο μέρος του γραπτού του Λειτουργία και Πεδίο της Ομιλίας και της Γλώσσας στην Ψυχανάλυση (1953) που τιτλοφορείται «Οι αντηχήσεις της ερμηνείας και ο χρόνος του υποκειμένου στην ψυχαναλυτική τεχνική» κάνει αναφορά στο ποίημα του T.Σ. Έλιοτ «Η Έρημη Χώρα». Η αναφορά γίνεται τόσο στην αρχή αυτού του 3ου μέρους, όπου χρησιμοποιεί το ίδιο μότο με το μότο της «Έρημης χώρας», όσο και στο τέλος όπου κάνει χρήση του τελευταίου μέρους του ποιήματος. Ο Λακάν εμπνέεται από το ποίημα και κάνει την χρήση που τον ενδιαφέρει. 

Ο Λακάν αναφέρεται στη σχέση της ψυχανάλυσης με τα ποιητικά κείμενα ήδη από τις απαρχές της. Ο Φρόυντ διαρκώς προσέφευγε στα ποιήματα του Σαίξπηρ και στους αρχαίους συγγραφείς, όπως και στον Γκαίτε, όπως είναι γνωστό, ενώ συνέθετε τη θεωρία του για το ασυνείδητο. Όπως γράφει ο Λακάν, η ποίηση συνδέεται με την τεχνική του ψυχαναλυτή, καθώς η τεχνική του ψυχαναλυτή απαιτεί την «βαθιά αφομοίωση των αποθεμάτων μιας γλώσσας και ειδικότερα εκείνων που πραγματώνονται μέσα στα ποιητικά της κείμενα» (σ. 158)[1]. Όπως γράφει, η ψυχαναλυτική εμπειρία «χειρίζεται η ποιητική λειτουργία της γλώσσας για να δώσει στην επιθυμία τη συμβολική της διαμεσολάβηση» (σ.205). Η ποίηση υποδεικνύει μία συγκεκριμένη λειτουργία της γλώσσας. Αναφέρεται σε μία πλευρά της γλώσσας που σχετίζεται όχι με την ακρίβεια, αλλά με την αλήθεια, αίρει τον επιστημονικό λόγο και είναι άκρως χρήσιμη για την ψυχαναλυτική ερμηνεία. Έτσι, η τεχνική της ερμηνείας, όπως γράφει η Νασία Λινάρδου στο Σεμινάριο της Αθήνας,[2] «οφείλει να αντλήσει διδάγματα σκύβοντας στις ποιητικές πηγές μίας γλώσσας, στα ποιητικά της κείμενα» (σελ. 44). Ο Λακάν χρησιμοποιεί το ποίημα του Έλιοτ για να δείξει όλα όσα έχει συνθέσει για την ψυχαναλυτική ερμηνεία. 

Η ανελευθερία και ο θάνατος στην Έρημη χώρα

Η Έρημη χώρα είναι ένα ποίημα πέντε ενοτήτων που γράφτηκε από τον Τόμας Στερνς Έλιοτ το 1922. Έχει ως φόντο την παρακμάζουσα εποχή μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και την σήψη του δυτικού πολιτισμού. Λειτουργεί επίσης ως μία μεταφορά του προσωπικού πόνου του ποιητή. Συγκεκριμένα, ο Έλιοτ γράφει την Έρημη χώρα όταν είναι άρρωστος (υποφέρει από χρόνιο άσθμα). Βρίσκεται σε υποχρεωτική άδεια από τη δουλειά του στην τράπεζα Lloyds του Λονδίνου. Γράφει το μισό έργο στο Μαργκαίητ, σε μία παραθαλάσσια βρετανική επαρχία με ιαματικά λουτρά, και το υπόλοιπο στη Λωζάνη. Βρίσκεται σε ένα σπίτι κλεισμένος με την γυναίκα του, Βιβιέν Χέι-Γουντ. Αυτή η συγκατοίκηση με την Βιβιέν είναι για εκείνον μία «σκοτεινή άβυσσος». Η Βιβιέν, ύστερα από ένα μακρύ ιστορικό ασθενειών, δεν μπορεί (ή της έχει προταθεί από τους γιατρούς) να μην κάνει παιδιά. Ο Έλιοτ περιγράφει το ποίημα ως την «απαλλαγή από προσωπική ασήμαντη γκρίνια απέναντι στη ζωή». 

Η Έρημη χώρα είναι ένα ποίημα πέντε ενοτήτων. Οι τέσσερις πρώτες ενότητες μιλούν για τον θάνατο μέσα στη ζωή. Ο πόλεμος έχει αφήσει μία χέρσα γη  όπου τίποτα δεν βλασταίνει. Κάτω από τη γη κείτονται μόνο τα λείψανα. Οι άνθρωποι δεν ξέρουν αν είναι ζωντανοί ή νεκροί. Έχει χαθεί ο πνευματικός και ηθικός αγώνας και γίνεται μία προσπάθεια να ταφούν και να λησμονηθούν οι αναμνήσεις. Οι άνθρωποι της Έρημης χώρας δεν γεννούν, δεν μιλούν, υποτάσσονται και αναμένουν. Ενδεικτικά:

  • Στίχοι 62-3: «Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί/ Δεν το ‘χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς». 
  • Στίχοι 71-3: «Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,/ Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;»
  • Στίχος 126: «Είσαι ή δεν είσαι ζωντανός; Δεν έχεις τίποτε μες στο κεφάλι σου;»
  • Στίχος 300-5: «Στο Μαργκαίητ στους Άμμους./ Μπορώ να σχετίσω/ Το τίποτε με τίποτε./ Τα σπασμένα νύχια στα βρώμικα χέρια./ Άνθρωποί μου φτωχοί μου άνθρωποι που δεν περιμένετε/ Τίποτε».[3]

Παρόλα αυτά, η Έρημη χώρα δεν είναι μόνο μία πένθιμη λειτουργία, αλλά είναι και μία προφητεία, όπως και μία σάτιρα, που μιλάει για τον κύκλο της ζωής, περνώντας από το θάνατο στην αναγέννηση. Η πλευρά αυτή είναι εμφανής στο μότο του ποιήματος, αλλά και στην Πέμπτη και τελευταία ενότητα. Στην αρχή, ο Έλιοτ παραθέτει το εξής μότο: «Σίβυλλα τι θέλεις; Respondebat illa: αποθανείν θέλω». Ο μύθος της Σίβυλλα λέει ότι ο θεός Απόλλων της είχε χαρίσει χίλια χρόνια ζωής, αλλά επειδή δεν ενέδωσε στις σεξουαλικές του επιθυμίες, απέσυρε το δώρο της αιώνιας νεότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Σίβυλλα να γερνάει συνεχώς με το πέρασμα των αιώνων. Απαντάει λοιπόν ότι θέλει να πεθάνει. Θέλει να επέλθει το τέλος. Το τέλος εδώ δεν είναι το έλος των πρώτων τεσσάρων ενοτήτων, αλλά ένα «ζωηρό» τέλος που φέρνει ανακούφιση. Ίσως μάλιστα γι’ αυτό ο Γ. Σεφέρης θεωρεί την Έρημη χώρα ένα ποίημα για ό,τι έχει μείνει ζωντανό, και όχι για ό,τι έχει πεθάνει, αφού το τέλος ορίζεται ευθύς εξαρχής ως κάθαρση. Η Σίβυλλα θέλει να πεθάνει για να αποχωριστεί την κατάρα της. Επίσης, η αίσθηση ανάτασης ανακύπτει και στο τέλος του ποιήματος που το σκηνικό αλλάζει και έρχεται η βροχή. Μάλιστα, σε αυτό το σημείο ο Έλιοτ χρησιμοποιεί την αλληγορία του Πραζάπατι, για την οποία θα κάνει λόγο ο Λακάν στο κείμενό του το 1953.  

Ο λόγος και τα σύμβολα στην Έρημη χώρα

Η Έρημη χώρα είναι ένα ποίημα ριζοσπαστικό για την εποχή του. Όπως λέει ο Ε. Πάουντ, το ποίημα αυτό «δικαιώνει το κίνημα του μοντέρνου πειράματος». Ο Έλιοτ πειραματίζεται, παραβιάζει τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες και καταργεί τα σημεία στίξης. Δεν χρησιμοποιεί φιοριτούρες, αλλά έναν λόγο κοφτό και «αντιποιητικό», με την έννοια του ρεαλισμού, της σκληρότητας, έως και της ωμότητας. Δεν είναι ένα λυρικό ποίημα ούτε φέρει πικρία, αλλά αντίθετα είναι ένας πίνακας ρεαλισμού που βάζει τον αναγνώστη σε προβληματισμό για την μεταμόρφωση που ακολουθεί την παρακμή.

Η Έρημη χώρα είναι επίσης ένα μουσικό ποίημα. Μία μουσική περιπέτεια. Ένα μουσικό πολυφωνικό πρόγραμμα. Σαν να ακούει κανείς πολλές και διαφορετικές φωνές: έναν τραγουδιστή όπερας, έναν λαϊκό τραγουδιστή και έναν χορωδό, οι οποίοι, ο καθένας με τον δικό του ενικό τρόπο, συνομιλούν μεταξύ τους. Έχει πολλές γλώσσες και πολλές αναφορές σε πληθώρα μύθων και λογοτεχνικών συμβόλων. Δεν υπάρχει ένα ιστορικό υποκείμενο που εξιστορεί την μεταπολεμική ατμόσφαιρα, αλλά μία σειρά χαρακτήρων και καταστάσεων που συμβολίζουν τις ποικίλες εκφάνσεις της άγονης γης. Το ποίημα είναι ένα patchworkεφιαλτικών και ασύνδετων εικόνων με κεντρικά σύμβολα την γυναικεία στειρότητα, τον νεκρό θεό, τον φυλακισμένο δαίμονα και το μίζερο αντρόγυνο.  Συναντούμε επίσης αναφορές από την Κόλαση του Δάντη, τα Άνθη του κακού του Μπωντλαίρ, και το μύθο του Τριστάνου και της Ιζόλδης. Ίσως αξίζει να σημειώσουμε ότι κομβική φιγούρα του ποιήματος αποτελεί ο μάντης Τειρεσίας. Ο Τειρεσίας είναι και άντρας και γυναίκα και παρατηρεί τη φύση και γράφοντας την παρακμή της. Είναι εκείνος που τα βλέπει όλα, αν και τυφλός. Ο Γ. Σεφέρης γράφει ότι ο Τειρεσίας είναι η σημαντικότερη προσωπικότητα του ποιήματος, γιατί ενώνει όλα τα πρόσωπα και παραπέμπει στον δημιουργό ποιητή. Ίσως παραπέμπει και στον ψυχαναλυτή, σύμφωνα με την ανάγνωση του Λακάν.

Ο μύθος του κεραυνού στον Λακάν

Στο κεφάλαιο «Οι Αντηχήσεις της Ερμηνείας», της Εισήγησης της Ρώμης, ο Λακάν εμπνέεται αφενός από το μότο της Έρημης χώρας, το οποίο αποτελεί και μότο του εν λόγω κεφαλαίου του γραπτού του, και αφετέρου από το τελευταίο κομμάτι του ποιήματος, την αλληγορία του κεραυνού, με το οποίο επίσης κλείνει το γραπτό του. Αυτό το τελευταίο μέρος είναι μάλιστα το μόνο που ο Έλιοτ έγραψε «με μία μονοκοντυλιά», όπως ομολογεί στον Γ. Σεφέρη, ενώ το υπόλοιπο ποίημα έχει περάσει από πολλές περικοπές από τον Πάουντ. Αυτό το τελευταίο σημείο είναι η λύση της άγονης γης του ποιήματος. Εκεί υπάρχει μία άρση της σήψης. Υπάρχει κίνηση. 

Σε αυτό το κομμάτι ο Έλιοτ αναφέρεται σε έναν ινδικό μύθο από τις Ουπανισάδες[4] τον μύθο του κεραυνού. Στον μύθο αυτό οι θεοί, οι δαίμονες και οι άνθρωποι ζητούν από τον πατέρα τους τον Πραζάπατι να τους συμβουλεύσει, να τους δώσει τα φώτα του, τη φωνή του. Ο Πραζάπατι ανταποκρίνεται κάθε φορά με έναν κεραυνό αρθρώνοντας ένα ΝΤΑ. Αυτό το ΝΤΑ για το κάθε παιδί ακούγεται διαφορετικά. Για τους θεούς ακούγεται ως Ντάμιατα, για τους ανθρώπους ως Ντάττα και για τους δαίμονες ως Ντάγιαντβαμ. Η κάθε μία έννοια έχει διαφορετικό καθεστώς για τον καθένα. 

Όπως μας λέει ο Σεφέρης, ο Έλιοτ χρησιμοποιεί τις τρεις λέξεις ως χρησμούς για να μιλήσει για τις αξίες της ζωής μέσα σε μία μεταπολεμική συγκυρία. 

Αρχικά, το Ντάττα αφορά το δόσιμο μεταξύ των ανθρώπων. Ο Έλιοτ γράφει: «Ντάττα: τι έχουμε δώσει/ Φίλε μου, τραντάζει το αίμα την καρδιά μου/ Η φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού».[5] Κανείς δίνει και έτσι υπάρχει. Αυτό είναι πιο σημαντικό από τις νεκρολογίες, λέει ο ποιητής. 

Στη συνέχεια, Ντάγιαντβαμ είναι η στιγμή που κανείς συμπαθεί τον τσακισμένο του εαυτό.  Ο Έλιοτ μιλάει για το Ντάγιαντβαμ θεωρώντας το σαν το γεγονός ότι ο καθένας κουβαλάει την φυλακή του. Εκεί μέσα στη φυλακή του ο καθένας σκέφτεται το κλειδί του. Εκεί έρχονται κάποια αιθέρια ψιθυρίσματα, κάποιες φωνές που ζωντανεύουν και ίσως ελευθερώνουν έναν τσακισμένο Κοριολανό. Ο Κοριολανός συμβολίζει τον γενναίο πολεμιστή, που ενώ φαίνεται αδιάφορος για την κοινωνική αποδοχή, μέσα του φλέγεται να ακούει να τον επαινούν. Στον Έλιοτ ο Κοριολανός είναι τσακισμένος. Τα αιθέρια δαιμόνια της νύχτας αναδεικνύουν την αληθινή του πλευρά: τη φυλακισμένη και εξορισμένη. Αυτό είναι το έλεος του ανθρώπου για την ήττα του.

Τέλος, το Ντάμιατα μιλάει για τη σημασία της αυτοκυριαρχίας του ανθρώπου. Είναι όταν πέφτει το καράβι σε κυρίαρχα νερά, όπως λέει ο ποιητής. Όταν η καρδιά ανταποκρίνεται στο κάλεσμα. Όταν υπάρχει δηλαδή νερό και όχι μόνο ξέρες και χερσότοποι. Εκεί τα νερά πλέον είναι κυρίαρχα. Τότε μιλάμε για αυτοκυριαρχία.

Ο Λακάν, από την άλλη, χρησιμοποιεί τις τρεις λέξεις για να υπογραμμίσει τις τρεις ποιότητες που διέπουν την ψυχαναλυτική ερμηνεία, εξυπηρετώντας έτσι τους σκοπούς του κειμένου του. 

Ο Λακάν γράφει:

«Όταν οι Ντέβα, οι άνθρωποι και οι Ασούρα, όπως διαβάζουμε στο πρώτο Βράχμανα του πέμπτου μαθήματος του Μπριχανταράνιακα Ουπανισάδ, τελείωναν την μαθητεία τους με τον Πραζάπατι, τον παρακάλεσαν: «Μίλησέ μας».

«Ντα», λέει ο Πραζάπατι, ο θεός του κεραυνού. «Με ακούσατε;» Και οι Ντέβα (οι θεοί) αποκρίθηκαν: «Μας είπες: Ντάγιαντβαμ, συγχωρείστε» - το ιερό κείμενο θέλει να πει ότι οι υποχθόνιες δυνάμεις αντηχούν στην επίκληση του λόγου.

«Ντα», λέει ο Πραζάπατι, ο θεός του κεραυνού. «Με ακούσατε;». Και οι άνθρωποι αποκρίθηκαν: «Μας είπες: Ντάττα, δώστε» - το ιερό κείμενο θέλει να πει ότι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο με το δώρημα του λόγου.

«Ντα», λέει ο Πραζάπατι, ο θεός του κεραυνού. «Με ακούσατε;». Και οι Ασούρα (οι δαίμονες) αποκρίθηκαν: «Μας είπες: Ντάγιαντβαμ, συγχωρείστε» - το ιερό κείμενο θέλει να πει ότι οι υποχθόνιες δυνάμεις αντηχούν στην επίκληση του λόγου.

Και αυτό ακριβώς είναι- συνεχίζει το κείμενο- που λέει η θεϊκή φωνή πάντα μέσα στον κεραυνό: «Υποταγή, δώρημα, χάρις. Ντα, ντα, ντα.

Διότι ο Πραζάπατι απαντά σε όλους: «Με ακούσατε».[6]

 

Ντάμιατα

·       «Μας είπες: Ντάμιατα, δαμάστε τον εαυτό σας» - το ιερό κείμενο θέλει να πει ότι οι ανώτερες δυνάμεις υποτάσσονται στον νόμο του λόγου.

Ο Λακάν το Ντάμιατα, την αυτοκυριαρχία του Σεφέρη, το αποδίδει σαν τη σημασία στην κυριαρχία του λόγου του ψυχαναλυτή. Η ερμηνεία είναι ένα συμβάν που υποτάσσεται στον λόγο. Ο αναλυτής υποτάσσεται στον λόγο, στη «διυποκειμενικότητα της ομιλίας»[7] Το υποκείμενο μιλάει και ο αναλυτής αποδέχεται αυτό το αίτημά του για ομιλία. Έτσι η ερμηνεία δεν αποτελεί μία ερμηνεία των αντιστάσεων, αλλά μία ερμηνεία που αρχικά αποδέχεται το υποκείμενο μέσα από την διυποκειμενικότητα της ομιλίας. Ο αναλυτής διαχειρίζεται την αντίσταση ήπια, και έτσι διατηρεί τον διάλογο στο επίπεδο της συνομιλίας[8] Ο αναλυτής μπαίνει στο φαντασιακό παιχνίδι του υποκειμένου, όχι για να απαντήσει στις αντιστάσεις του, αλλά με άξονα το γεγονός ότι αποδέχεται την ομιλία του. 

 

Ντάττα

·       «Μας είπες: Ντάττα, δώστε» - το ιερό κείμενο θέλει να πει ότι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλο με το δώρημα του λόγου.

 

Ο Λακάν μεταφράζει τον παραδομό του Έλιοτ, το Ντάττα, ως το δώρημα του ψυχαναλυτή. Ο Λακάν εξηγεί πως ο λόγος του ψυχαναλυτή είναι ένα συμβάν που λειτουργεί ως «δώρημα». [9] Ο αναλυτής δωρίζει τον λόγο. Ο λόγος του έχει μία συγκεκριμένα αξία. Είναι «ένα συμβολικό δώρημα, το οποίο εγκυμονεί μία μυστική συμφωνία στο πλαίσιο της φαντασιακής συμμετοχής που τη συμπεριλαμβάνει»[10] O λόγος δωρίζεται από τον ψυχαναλυτή και η αξία του έγκειται στο γεγονός ότι «είμαι εδώ κι εσύ εδώ, και δέχομαι να σου δώσω εάν εχέγγυο λόγου»[11] Ο αναλυτής με τον λόγο του αναγνωρίζει το υποκείμενο. Του εγγυάται ότι μπορεί να υπολογίζει σε αυτόν. Το ΝΤΑ από τον Πραζάπατι είναι η δική του δωρεά του λόγου. Ο Πραζάπατι είναι ο δάσκαλος, ο σοφός, ο οποίος δίνει τον λόγο, διδάσκει και καταβάλλει έναν κόπο. Είναι παρών για τους μαθητές του. Η αναγνώριση στην κοινωνία παραπέμπει στις ανταλλαγές μεταξύ των ανθρώπων. Ανταλλάσσουν τον λόγο ως αναγνώριση.

 

Ντάγιαντβαμ

·       «Μας είπες: Ντάγιαντβαμ, συγχωρείστε» - το ιερό κείμενο θέλει να πει ότι οι υποχθόνιες δυνάμεις αντηχούν στην επίκληση του λόγου.

 

Το Ντάγιαντβαμ που για τον Σεφέρη αφορά το έλεος του τσακισμένου, χρησιμοποιείται από τον Λακάν για να αναδείξει τη χάρη της τεχνικής του ψυχαναλυτή και συγκεκριμένα στο γεγονός ότι ο λόγος αντηχεί σε ένα «υποχθόνιο» επίπεδο. Η ερμηνεία που δωρίζει στον αναλυόμενο ο αναλυτής είναι μία εφεύρεση που η αξία της εναπόκειται στο ότι αντηχεί. Ο Λακάν λέει ότι η ανάλυση είναι ένα «τεράστιο αντηχείο» και ότι «συνίσταται στο να παίζει κανείς στα πολλαπλά πεντάγραμμα της παρτιτούρας που η ομιλία συγκροτεί στο επίπεδο της γλώσσας». Κάνει να ακουστεί μία νότα εδώ, όμως σ’ ένα άλλο πεντάγραμμο ακούγεται μία διαφορετική νότα. Αυτή είναι η «ενορχηστρωτική» διάσταση της ομιλίας, όπως την ορίζει ο Ζ. Α. Μιλέρ. Μία λέξη, φράση, νεύμα ή χειρονομία του αντηχεί το λόγο του αναλυόμενου. Ο αναλυτής ακούει τον λόγο του αναλυόμενου και μεταχειρίζεται τα σύμβολα στον λόγο του, «με το να επικαλείται με υπολογισμένο τρόπο τις σημασιολογικές αντηχήσεις των όσων λέει».[12]

Μάλιστα έχει ενδιαφέρον ότι ο Έλιοτ χρησιμοποιεί στην Έρημη χώρα πολλές γλώσσες. Επηρεάζεται από τον Πάουντ ο οποίος στα Cantos χρησιμοποιεί 21 γλώσσες, κάποιες από τις οποίες είναι νεκρές. Ο Έλιοτ χρησιμοποιεί 5 γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά, και σανσκριτικά στις ουπανισάδες), και έτσι το κάθε σημείο αντηχεί με διαφορετικό τρόπο σε κάθε γλωσσικό σύστημα. Επίσης ο Έλιοτ στο ποίημα κάνει πολλές διακειμενικές αναφορές. Μία του λέξη, όπως γράφει ο Μιλλέρ, φέρνει ολόκληρη βιβλιοθήκη.

Το ζήτημα της αντήχησης προσδίδει ιδιαίτερη θέση στον ήχο. Μάλιστα, έχει ενδιαφέρον ότι το ποίημα του Έλιοτ είναι ένα ποίημα γεμάτο συνηχήσεις. Ο αναγνώστης χρειάζεται να το διαβάσει δυνατά για να το ακούσει. Είναι ένα ποίημα ηχητικής περιπλάνησης. Μία ακουστική φαντασία. Για παράδειγμα, το ποίημα καλεί τον αναγνώστη να το διαβάσει προφορικά, για να ακούσει τις συνηχήσεις: «London undone/ Brown dawn/ Notmany» (συνήχηση του ‘Ν’). Όπως επίσης για παράδειγμα, η λέξη Ντάγιαντβαμ σε καλεί να την συλλαβίσεις. Το ποίημα έχει ήχο, μιλιέται προφορικά. Ο Λακάν εμπνέεται από το ποίημα ώστε να μιλήσει για τον ήχο και την ηχώ στην ερμηνεία.

Το γεγονός ότι ο λόγος του ψυχαναλυτή αντηχεί σημαίνει ότι ο λόγος του ψυχαναλυτή στην ερμηνεία υπαινίσσεται. Ο υπαινιγμός έρχεται όταν δεν μπορούμε να πούμε κάτι και το εννοούμε πλαγίως. Είναι μία γλώσσα που επινοείται, μία γλώσσα συμβόλου. Έχει ενδιαφέρον ότι και στον μύθο, ο Πραζάπατι δεν λέει «Κυριαρχήστε/ Δώστε/ Συμπαθήστε», αλλά λέει ΝΤΑ. Το ΝΤΑ αντηχεί με διαφορετικό τρόπο στους θεούς, στους ανθρώπους και στους δαίμονες. Ο λόγος του λοιπόν όπως και ο λόγος του αναλυτή στην ερμηνεία παίρνει τη μορφή αρνητικής λεκτικοποίησης. Το ΝΤΑ δεν μιλάει ρητά, δεν πληροφορεί, αλλά αφορά στον διφορούμενο, και έτσι κερδίζει το έδαφος έναντι της κατανόησης. Δεν κάνει τον αναλυόμενο να καταλάβει, αλλά δημιουργεί μία έκπληξη, που γίνεται αντιληπτή μόνο ως μία αισθητική περιπέτεια. Ως εξοστρακισμός του νοήματος. O Έλιοτ λέει: «Δεν θέλω, ούτε είμαι υποχρεωμένος να μιλώ με σαφήνεια». To ποίημα μάλιστα τελειώνει με την λέξη: «Σάντι, σάντι, σάντι». Σημαίνει: «Η ειρήνη που ξεπερνά την κατανόηση».

Έτσι η ψυχαναλυτική ερμηνεία δεν μιλάει από την πλευρά του σημαινομένου, αλλά εξ ονόματος του σημαίνοντος. Το ίδιο σημαίνον αφορά σε άλλο σημαινόμενο κάθε φορά. Όπως επισημαίνει ο Ζ. Α. Μιλέρ, το σημαίνον και το σημαινόμενο δεν επικαλύπτονται. Ένα μεμονωμένο σημαίνον ή μία σημαίνουσα συστοιχία επιδέχονται μία τεράστια γκάμα νοημάτων. Έτσι «κάθε σημαίνον μπορεί να εκλάβει άπειρα νοήματα ανάλογα με τη χρονική στιγμή, ανάλογα με το σε ποιον λέγεται και με το τι υποδηλώνει».[13] Και στον μύθο του κεραυνού η απάντηση που αντηχεί για τον καθένα είναι ξεχωριστή. H ερμηνεία αντηχεί μέσα από ένα κολάζ με πολλαπλές στρώσεις. 

Η ποιητική της ερμηνείας: το εύρημα και το ερώτημα

Ο αναλυτής με την ερμηνεία του προσφεύγει στην ποιητική λειτουργία της γλώσσας, εκεί όπου κυριαρχεί η γραμματική του υπαινιγμού και της αντήχησης. Κάθε φορά που ο αναλυτής ερμηνεύει, δωρίζει. Είναι σαν τον λόγο του κεραυνού, είναι το νερό στην χέρσα γη. Αυτή είναι η ερμηνεία που, όπως μας λέει ο Ζ. Α. Μιλέρ, δεν είναι αδιάφορη για τον αναλυτή. Είναι η ερμηνεία που παράγει γνώση και για τον αναλυτή. Δεν είναι η ερμηνεία ως ένα λογύδριο ή μία ρητορεία, αλλά ένα εύρημα, μία αυθεντική πρόταση, μία στιγμή που εκπλήσσει και της δύο, αναλυτή και αναλυόμενο. Είναι με άλλα λόγια μία έμπνευση, έχει κάτι το απροσδόκητο, που συχνά κανείς συναντάει στο ξαφνικό νεύμα, στην αιφνιδιαστική παύση ή διακοπή της ροής, ή σε μία απρόσφορη λέξη, που μπορεί να ταράξει τα νερά του αυτοματισμού της αφήγησης του υποκειμένου. Είναι ο ποιητικός στίχος που σπάει την αφηγηματική ροή του πεζού λόγου. Και έχει ενδιαφέρον ότι η ποίηση αποτελεί από μόνη της στίξη του αφηγηματικού λόγου. Στίζει τον λόγο, απομονώνοντας κάποια μέρη του, επικυρώνοντας ή απορρίπτοντας άλλα, και δίνοντας έμφαση στο συναισθηματικό αποτύπωμα του λόγου. Έτσι και ο αναλυτής δεν αφηγείται, δεν χαρίζεται σε λόγια, αλλά χαρίζει τον πολύ μετρημένο λόγο, τον λόγο που έχει μέτρο, στίξη. 

Απαραίτητη προϋπόθεση του λόγου του αναλυτή είναι να ακουστεί από τον άλλο. Να δονήσει το υποκείμενο. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι ένας προσωπικός λόγος, σύμφωνα με τον Ζ. Α. Μιλέρ. Να απευθύνεται προσωπικά στο υποκείμενο. Να αφορά στην ενικότητα του υποκειμένου. Έτσι ο αναλυτής δεν μπορεί να χρησιμοποιεί προδιαμορφωμένες οικουμενικές γνώσεις, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με της συμπτωματολογικές διαγνώσεις που δίνουν κάποιοι ψυχολόγοι ή ψυχίατροι (διαγνώσεις κατά DSM, κλπ). Σε αυτήν την περίπτωση το υποκείμενο, λέει ο Ζ. Α. Μιλέρ, μπαίνει σε καλούπια. Είναι ένα καταργημένο υποκείμενο. Αντίθετα, ο αναλυτής της και ο ποιητής χρειάζεται να χειρίζονται την ποιητική λειτουργία της γλώσσας με σκοπό να αφυπνίσουν και να δονήσουν τη προσωπική γλώσσα του κάθε υποκειμένου. Να παίζουν χτυπώντας τη σωστή χορδή του σημαίνοντος. Ο κεραυνός λέει ΝΤΑ και το ΝΤΑ αυτό απευθύνεται προσωπικά στον κάθε ακροατή. Το ΝΤΑ δεν σημαίνει για όλους το ίδιο, αλλά είναι κάθε φορά «επικαιροποιημένο» σε σχέση με την υποκειμενική αλήθεια του κάθε παραλήπτη. Γι’ αυτό και ο Ζ. Α. Μιλέρ κάνει λόγο για την «αδιάλειπτη ευρηματική γονιμότητα» του αναλυτή στην ερμηνεία. Μιλάει για την γονιμότητά του. Η λέξη «γονιμότητα» συνδέεται με τον κεραυνό και τη γονιμότητα που φέρνει ο λόγος του στην έρημη γη. Ο λόγος του αναλυτή είναι ο λόγος της εφεύρεσης που έχει και ο ποιητικός λόγος. Ο λόγος που προϋποθέτει την προσωπική αναζήτηση, τη διαρκή του διερώτηση με άξονα τη γνώση. 

Η διαρκής διερώτηση σχετίζεται με το γεγονός ότι το υποκείμενο είναι ένα ερώτημα, όπως λέει ο Λακάν. Αυτή είναι μία ριζοσπαστική πρόταση. Εφόσον το υποκείμενο είναι ένα ερώτημα, ο αναλυτής είναι στη θέση της γνώσης: επιθυμεί να μάθει. Η Έρημη χώρα αλλά και «Οι Αντηχήσεις της Ερμηνείας», έχουν για μότο μία ερώτηση. Αλλά και ο Πραζάπατι θέτει μία ερώτηση. Το ποίημα ξεκινάει με ερώτημα: «Σίβυλλα τι θέλεις;». Αργότερα ο Πραζάπατι ρωτάει: «Με ακούσατε;». Το ερώτημα εισάγει αμέσως τον αναγνώστη σε μία διαλεκτική. Υπάρχει διάλογος. Ο Ζ. Α. Μιλέρ στο Σεμινάριο της Αθήνας υπογραμμίζει το ζήτημα της «κλινικής ερωτημάτων». Υπενθυμίζει ότι το υποκείμενο είναι ένα ερώτημα. Και ο αναλυτής είναι η απάντηση στο ερώτημά του. Ο αναλυτής βλέπει το υποκείμενο σαν ερώτημα. Το ερώτημα αυτό είναι ένα κέλευσμα. Ο αναλυτής εγκαλεί τον Άλλο έτσι ώστε να επωμιστεί την υποκειμενική του θέση, την επιθυμία του. Το κέλευσμα καλεί τον άλλο να απαντήσει. Τι θέλει η Σίβυλλα; Η Σίβυλλα δεσμεύεται στη λέξη, δεσμεύεται στην απάντησή της. Ερωτάται και έτσι καλείται ώστε να δεσμευτεί στον λόγο. Ο αναλυτής εγκαλεί στο λόγο και έτσι εγκαλεί στην ευθύνη του υποκειμένου. Καθώς το υποκείμενο αποκρίνεται, ο λόγος του αναγνωρίζεται από τον αναλυτή. Το ερώτημα φέρει άμεσα το υποκείμενο στο λόγο και τις επιπτώσεις του. Ο Λακάν γράφει: «Προκειμένου το μήνυμα του αναλυτή να απαντήσει στη βαθιά διερώτηση του υποκειμένου, πρέπει, πράγματι, το υποκείμενο να το ακούσει ως την ιδιάζουσα απάντησή του»[14] Οι θεοί, οι άνθρωποι και οι δαίμονες, ακούνε ο καθένας το ΝΤΑ ως την ιδιάζουσα απάντησή τους. Λέγοντάς την λοιπόν, ακούνε την απάντησή τους, και τότε ο Πραζάπατι επικυρώνει ότι τον έχουν ακούσει. Ο Λακάν λέει ότι ο Πραζάπατι απαντά σε όλους: «Με ακούσατε». 

Ο αναλυτής λοιπόν εγκαλεί το υποκείμενο να μιλήσει στη γλώσσα της επιθυμίας: στην «πρωταρχική γλώσσα». [15] Η γλώσσα αυτή είναι η γλώσσα της αλήθειας. Είναι η αλήθεια που, όπως λέει ο Λακάν, «υπάρχει ήδη μέσα της, την γνωρίζουμε εκ των προτέρων».[16] Σε αυτήν τη γλώσσα κάνει έκκληση ο αναλυτής και έτσι της δίνει τη συμβολική της διαμεσολάβηση. Έτσι η γλώσσα της επιθυμίας αναγνωρίζεται. Η επιθυμία αυτή εξανθρωπίζει το υποκείμενο. Εξάλλου όλα ξεκινούν με το τι θέλει η Σίβυλλα. Και την απάντησή της «αποθανείν θέλω». Πρόκειται όμως για το θάνατο που θα σημάνει τη λήξη της κατάρας και την αρχή της επιθυμίας.

 

[1] Οι παραπομπές στις σελίδες αφορούν την ελληνική μετάφραση: Βλ. Ζακ Λακάν, Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση, μετάφραση Νασία Λινάρδου και Ρεζινάλντ Μπλανσέ, Εκκρεμές, Αθήνα 2005.

[2] «Το Σεμινάριο της Αθήνας», έλαβε χώρα την 1η Νοεμβρίου 1996 υπό την καθοδήγηση του Ζακ-Αλέν Μιλέρ. Βλ. Η Ψυχανάλυση, τ. 4, φθινόπωρο 1999, σσ. 19-49. 

[3] Θ.Σ.Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, Εκδόσεις Ίκαρος (1936)

[4] Οι Ουπανισάδες είναι ιερά ινδουιστικά κείμενα γραμμένα στη σανσκριτική γλώσσα. Κατά λέξη Ουπανισάδ σημαίνει «κάθομαι κοντά σε κάποιον» και κατ’ επέκταση «μαθαίνω καθισμένος στα πόδια ενός δασκάλου».

[5] Θ. Σ. Έλιοτ, Η Έρημη χώρα, ό.π., σ.102.

[6] Ζακ Λακάν, ό.π., σσ.205-205.

[7] Ό.π., σ. 148.

[8] Ό.π., σ. 150.

[9] Αυτόθι.

[10] Αυτόθι.

[11] Βλ. Ζ. Α. Μιλέρ, «Το Σεμινάριο της Αθήνας», ό.π., σελ.29.

[12] Ζακ Λακάν, ό.π., σ. 156.

[13] Ζ.-Α Μιλέρ, Το Σεμινάριο της Αθήνας, ό.π., σ. 33.

[14] Ζακ Λακάν, ό.π., «Οι Αντηχήσεις της Ερμηνείας», σελ. 151.

[15] Ό.π., σ. 154

[16] Ό.π., σ.181

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΉ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΊΑ (TAGS)
1