08/09/2020 Alfredo Zenoni 101

Τρέλα και ευθύνη

Η κοινή γνώμη, ακόμη και η γνώμη των ειδικών, αποδέχεται με δυσκολία ότι ο δράστης εγκλημάτων που μπορεί να χαρακτηριστούν ως απεχθή, απάνθρωπα ή ειδεχθή μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν φέρει ευθύνη, επειδή είναι τρελός. Ακόμη και αν  λάβουμε υπόψη τη λογική, το αίτιο του εγκλήματος δείχνει να μην αντιστοιχεί σε κανένα κατανοητό κίνητρο· εν ολίγοις, όσο πιο «τρελό» είναι ένα έγκλημα, τόσο λιγότερο διατεθειμένοι είμαστε να δεχτούμε την τρέλα του δράστη του. 

Ωστόσο, αν η ίδια η τρέλα της πράξης δεν αρκεί για να διαπιστώσουμε την τρέλα του δράστη, άλλοι δείκτες θα επέτρεπαν αυτήν την υπόθεση. Εντούτοις, η βαρύτητα του εγκλήματος μάς αποτρέπει να τη λάβουμε υπόψη μας. 

Ο Michel Fourniret (Βέλγιο/ Γαλλία 2006), ο άνδρας που καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για τον βιασμό και την δολοφονία οκτώ νεαρών κοριτσιών – χωρίς να αναφερθούμε στις δολοφονίες για τις οποίες δεν αποδείχτηκε η ενοχή του – είναι ολοφάνερα ψυχωτικός. Όχι μόνο είχε δει όραμα την Άμωμο Σύλληψη όταν ήταν παιδί και είχε γράψει προσωπικές επιστολές στον Ιησού, αλλά θεωρεί ότι έχει αναλάβει προσωπικά μια αποστολή, εκείνη της διαλεύκανσης του μυστηρίου της παρθενίας. Ο Πρόεδρος του δικαστηρίου,  G. Latapie, περιγράφει ως εξής τον τρόπο λειτουργίας του Fourniret: «Έχοντας αναλάβει τον ρόλο του ανώτατου υπερασπιστή της σπιλωμένης αγνότητας μέσα στο δυτικό πολιτισμό, επιλέγει μια πολύ νεαρή κοπέλα, στην οποία πιστεύει ότι αναγνωρίζει την ενσάρκωση της αγνότητας. Με πονηριά, την κάνει να μπει στο αμάξι του και την επερωτά για την αγνότητά της. Αυτή είναι η στιγμή που όλα αλλάζουν δραματικά. Γιατί είτε η λεία του είναι παρθένα και θα χρειαστεί να του προσφέρει την αθωότητά της προκειμένου εκείνος να κατανοήσει τη φύση της, είτε δεν είναι και εκρήγνυται από θυμό, τη βρίζει σκαιότατα και εκτιμά ότι μια νεαρή κοπέλα  τόσο έκφυλη δεν αξίζει παρά μόνο ένα πράγμα: βιασμό και θάνατο». Όμως και η παρθένα θα υποστεί το μοιραίο πεπρωμένο, καθώς μετά την υλοποίηση της φαντασίωσής του πρέπει να φροντίσει να εξαφανίσει το θύμα-μάρτυρα.

Καθώς αγαπούσε την ιδέα του «παράλογου», σύμφωνα με τους όρους του G. Latapie, Προέδρου του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ιδέα σύμφωνα με την οποία οι δικαστές και οι ένορκοι θα έπρεπε να φτάνουν παρθένοι στο γάμο τους, είχε ετοιμάσει μια φόρμα με τίτλο «Δήλωση τιμής» και ζήτησε να τη συμπληρώσουν οι ενδιαφερόμενοι. Μεταξύ των στοιχείων που ζητούσε από τους δικαστές να τσεκάρουν, υπήρχε και το ακόλουθο: «όπως και ο δράστης, έφτασα παρθένος στα σκαλιά του δημαρχείου», ή «ήμουν παρθένος μέχρι τη συνάντηση με το άτομο που έγινε ο/ η σύντροφος της ζωής μου, μέσω των δεσμών ενός εσπευσμένου γάμου, επισημοποίηση της απάτης, παρόμοια με τον πρώτο γάμο του δράστη».

Παρατηρούμε συχνά μια παρόμοια προσφυγή σε επιτηδεύσεις ή σε στερεοτυπικές διατυπώσεις της γλώσσας, όταν δεν ραγίζει εν μέσω μιας δραματικής αναφοράς στη δολοφονία τόσων νεαρών κοριτσιών μέσω ενός λογοπαιγνίου που υποτίθεται τον κάνει να φαίνεται αστείος και γοητευτικός. «Μπούχτισα, για όνομα του Θεού! Ίσως είμαι ένα ευσυγκίνητο ναυάγιο, όμως δεν συνηθίζω να σέρνω βαγόνια στο είδος σας». Όμως, παρά αυτά τα «σκαρφίσματα», σύμφωνα με τον Πρόεδρο του δικαστηρίου Michel Fourniret, δεν είναι τρελός: «ψυχιατρικά μιλώντας, κανένας από τους ειδικούς που τον εξέτασαν δεν συμπέρανε το ποινικό ακαταλόγιστο. Αναμφίβολα υποφέρει από κάποια βαθιά διαταραχή ταυτότητας. Όμως, ξέρει τι κάνει, ακόμη και αν τα κίνητρά του υπακούν σε μια εμμονή σχεδόν παραληρητική». 

Και τι να πούμε για την ευθύνη προς καταλογισμό εκείνου του 73χρονου άνδρα στη Βιέννη που κρατούσε σε απομόνωση την κόρη του στο υπόγειο του σπιτιού του για 24 χρόνια και της έκανε επτά παιδιά, ενώ στους επάνω ορόφους εκτυλισσόταν η επίσημη ζωή της οικογένειας, που περιελάμβανε τα υπόλοιπα έξι παιδιά του και τη γυναίκα του· δεν πρόκειται για μια τρελή ιστορία; Όλες οι λεπτομέρειες καταδεικνύουν την τρέλα παράλληλα με την οδυνηρή φύση αυτής της τραγικής ιστορίας. Αν δεν επαρκούν για να υπαινιχθούν την ψύχωση, ίσως η σκέψη για την οποία μπόρεσε να καταθέσει τη μαρτυρία του ενώπιον του ακροατηρίου, μπορεί να θεωρηθεί ως δείκτης. Θα πει πως είχε παρατηρήσει ότι η Ελισάβετ ήθελε να το σκάσει από το σπίτι – γυρνούσε αργά το βράδυ, έψαχνε για δουλειά, είχε φίλο, ίσως έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών….και εκείνος ήθελε ασφαλώς να την προστατεύσει από όλα αυτά. Είχε έτσι ως αποστολή να «προστατεύσει το παιδί του από τους κινδύνους του εξωτερικού κόσμου», ενώ αυτή η προστασία σήμαινε την καταστροφή της ζωής της. Θεωρούσε εαυτόν Τον Πατέρα, και ως πατέρας ήταν εξουσιοδοτημένος με πλήρη ευθύνη, συμπεριλαμβανόμενων όλων των δικαιωμάτων απέναντι στα παιδιά του. 

Και τι να σκεφτεί κανείς για τη σφαγή που διέπραξε στη Νορβηγία ο Anders Breivik, που σκότωσε 77 άτομα με οπλοπολυβόλο, εκ των οποίων τα 60 προσωπικά: πρέπει να θεωρήσουμε ότι η πράξη του δεν είναι πράξη ενός τρελού, ενώ οι δικηγόροι του είχαν προσπαθήσει να το αποδείξουν, με το πρόσχημα πως υποκινούνταν από μια ρατσιστική ιδεολογία την οποία μοιράζεται με πολλά άλλα άτομα; Εδώ επίσης, αν η φύση της πράξης δεν επαρκεί για να μας πείσει ότι πρόκειται για ψύχωση, η εξέταση των απομνημονευμάτων του έκτασης 1518 σελίδων που είχε στείλει σε 500 άτομα πριν εκτελέσει το λουτρό αίματος, θα μας επέτρεπε χωρίς αμφιβολία να σχηματίσουμε μια ιδέα για την υποκειμενική θέση αυτού του μαζικού δολοφόνου. 

Ο Jean-Claude Romand, καταδικασμένος για τον φόνο της γυναίκας του και των δύο παιδιών του, καθώς και των δύο γονιών του, ζούσε επίσης κατά κάποιον τρόπο μια διπλή ζωή, όπως και ο άντρας στη Βιέννη, μόνο που η άλλη του ζωή, μια ζωή εντελώς άδεια,, ήταν μακιγιαρισμένη με μια ζωή εντελώς ψεύτικη. Κάθε μέρα, επί 18 χρόνια, έφευγε από το οικογενειακό σπίτι για να πάει στη Γενεύη, όπου υποτίθεται ότι εργαζόταν ως γιατρός στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ενώ δεν ήταν καν γιατρός και δεν εργαζόταν στον ΠΟΥ, αλλά περνούσε τη μέρα του γύρω από τον ΠΟΥ, σε χώρους στάθμευσης αυτοκινητοδρόμων, σε δάση, σε καφέ ή ξενοδοχεία, περιμένοντας τη φυσιολογική ώρα της επιστροφής στο σπίτι, όπου συμμετείχε στις κοινωνικές και οικογενειακές δραστηριότητες.

Ο τρελός χαρακτήρας αυτής της διπλής ζωής και του μακελειού που τη συνόψισε, δεν παρέλειψε να διεγείρει το ενδιαφέρον των συγγραφέων και των σκηνοθετών, με τον ίδιο τρόπο που γράφτηκαν βιβλία και γυρίστηκαν ταινίες γύρω από την τρελή τραγωδία  της κυρίας Lhermitte (Βρυξέλλες), καταδικασμένης για τον φόνο των πέντε παιδιών της, που τα σκότωσε ένα-ένα κόβοντάς τους τον λαιμό. Αυτά τα εγκλήματα έγιναν αντικείμενο μιας δίκης και μιας καταδίκης, ακριβώς όπως και στις προαναφερθείσες περιπτώσεις. Για ακόμη μία φορά, η έννοια της ψύχωσης δεν αναφέρθηκε ποτέ ενώπιον των ακροατηρίων ή στα πρακτικά αυτών των δικών, ακριβώς όπως αγνοείται στις δίκες των παιδοκτόνων μητέρων…

Όμως, ιδού: πρέπει να θεωρήσουμε ότι το «χρέος της ψυχανάλυσης», για να ξαναπιάσουμε εδώ τους όρους του Λακάν προκειμένου να δώσουμε υποκειμενικό καθεστώς και να κρίνουμε μια εγκληματική πράξη – και γενικότερα, ένα πέρασμα στην πράξη – συνίσταται απλούστατα στο να αναδείξουμε τη διαγνωστική διάσταση, δηλαδή στο να αντιπαραθέσουμε μια διάγνωση ψύχωσης απέναντι σε άλλες διαγνώσεις εν συγχύσει, όταν γνωρίζουμε ότι κάθε κλινική συζήτηση εξαρτάται, σε κάθε περίπτωση, από το ερώτημα: είναι υπεύθυνος για την πράξη του ή όχι; Με άλλα λόγια, πότε κάθε διαγνωστική συζήτηση υπόκειται σε αυτή την εναλλακτική: πρέπει να δικαστεί ή να νοσηλευτεί;

Η ενδεχόμενη συνεισφορά της ψυχανάλυσης δεν μπορεί να περιοριστεί σε αυτό το δίλημμα, όχι μόνο γιατί είναι πάντα προβληματικό να αποφανθεί κανείς επ’ αυτού, όπως το αποδεικνύει το γεγονός ότι τις περισσότερες φορές οι ψυχιατρικές γνωματεύσεις καταλήγουν σε αντιφατικές γνωμοδοτήσεις, αλλά επίσης και κυρίως επειδή, αυτή η εναλλακτική δεν είναι βιώσιμη από την πλευρά της ψυχανάλυσης. 

Μπορούμε να μιλάμε απλώς για ψύχωση όταν γνωρίζουμε ότι αυτή η έννοια κινδυνεύει να συνδεθεί άμεσα με εκείνη του ακαταλόγιστου και συνεπώς με την απουσία δίκης, και γι’ αυτόν τον λόγο απορρίπτεται όταν αφορά σοβαρά εγκλήματα – και μπορούμε να αναφερόμαστε στην έννοια της ευθύνης προς καταλογισμό χωρίς εκείνη να οδηγεί στην ιδέα ότι δεν υπάρχει κλινικό πρόβλημα και συνεπώς δεν υπάρχει προοπτική φροντίδας;

Η άποψη της ψυχανάλυσης αναδεικνύει ακριβώς αυτό το δίλημμα: είτε «δίκη», είτε «θεραπεία», είτε ευθύνη προς καταλογισμό, είτε ασθένεια, στο βαθμό που ο ψυχαναλυτικός  ορισμός του υποκειμένου δεν είναι ασύμβατος με εκείνον της τρέλας και αντιστρόφως, εκείνος της τρέλας δεν είναι ασύμβατος με του υποκειμένου, στο βαθμό που δεν συγχέουμε τρέλα και άνοια. 

Από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης, η επιλογή  μεταξύ του να περάσει κανείς από δίκη ή να δεχτεί θεραπεία δεν έχει νόημα, εφόσον το να είναι κανείς υποκείμενο δεν αποκλείει την τρέλα, και εφόσον η παραπομπή για θεραπεία, με την ψυχαναλυτική έννοια, προϋποθέτει ένα υποκείμενο. Η δίκη και η καταδίκη για ένα ποινικό αδίκημα δεν αποκλείει το υποκείμενο να μπορεί να επωφεληθεί από την δυνατότητα μιας θεραπευτικής συνοδείας υποστήριξης.

Δεν είναι ξεκάθαρο με ποιον τρόπο μια δήλωση ευθύνης καταλογισμού, με την ποινή που συνεπάγεται, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα εμπόδιο στη θεραπεία με την ψυχαναλυτική έννοια, δηλαδή σε μια διαδικασία υποκειμενικοποίησης της πράξης – οι μαρτυρίες μάλλον το αντίθετο υποδεικνύουν – και με ποιον τρόπο μια δήλωση ακαταλόγιστου θα συνιστούσε μια συνθήκη που θα προϋπέθετε ευνοϊκά τη θεραπεία. 

Από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης, δεν υπάρχει δίλημμα μεταξύ εγκληματικότητας και ανθρωπισμού («τίποτε δεν είναι πιο ανθρώπινο από το έγκλημα», λέει ο Ζ.-Α. Μιλέρ), όπως δεν υπάρχει δίλημμα μεταξύ τρέλας και ανθρωπισμού («Το ανθρώπινο ον, όχι μόνο δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς την τρέλα, αλλά δεν θα ήταν ανθρώπινο ον αν δεν έφερε την τρέλα ως όριο της ελευθερίας του», λέει ο Λακάν), που σημαίνει ότι μια εγκληματική πράξη και μια πράξη τρέλας δεν είναι εξωτερικοί της ανθρώπινης κατάστασης, ήτοι της κατάστασης ευθύνης προς καταλογισμό. 

Ο Λακάν, την εποχή των «Antécédents»  του, μπόρεσε να αποδώσει στην ψυχανάλυση εκείνο που θα μπορούσε να είναι η παρέμβασή του στο πεδίο της εγκληματολογίας, εκείνη του «εξανθρωπισμού του εγκληματία», για να το πούμε με τους δικούς του όρους. Είτε η ψυχανάλυση θα απέρριπτε την ιδέα μιας πράξης που δεν θα είχε σχέση με ό,τι χαρακτηρίζει τον ανθρώπινο χαρακτήρα της (που δεν εμπίπτει στον ορισμό του ανθρώπινου χαρακτήρα μιας πράξης), είτε θα απέκλειε το υποκείμενο από την ανθρώπινη κατάσταση. Επρόκειτο λοιπόν για την απόρριψη της ιδέας μιας τρέλας που θα ήταν αναγώγιμη στις συνέπειες ενός «εκφυλισμού» ή μιας οργανικής ανωμαλίας, για να την επαναφέρει στην κατάσταση μιας εφικτής υποκειμενικότητας. 

Από τη διάσταση του ασυνειδήτου, που βρίσκεται σε ρήξη με μια παράδοση σκέψης που θέτει στο επίκεντρο του είναι τη συνείδηση και την προθετικότητα, μπορούμε να συμπεράνουμε δύο αντικρουόμενες προσεγγίσεις της ευθύνης προς καταλογισμό: είτε να τη διαγράψει πλήρως, όπως υποστήριζε η Μαρία Βοναπάρτη, είτε να θεωρήσει ότι η ψυχανάλυση έχει επακριβώς σκοπό να ευνοήσει μια μεγαλύτερη ευθύνη ή εμπλοκή του υποκειμένου στις πράξεις του. 

Η θέση της ψυχανάλυσης ακούγεται με δυσκολία, καθώς συνίσταται στο να αναδείξει ένα υποκείμενο που είναι ταυτόχρονα υπεύθυνο και ασυνείδητο, ένα υποκείμενο που, όπως το διατυπώνει αρχικά ο Φρόιντ, είναι υπεύθυνο τα όνειρά του, ακόμη και για τις μη εσκεμμένες πράξεις του. Πρόκειται για την «αντίφαση» για την οποία ένας φιλόσοφος είχε καταγγείλει την ψυχανάλυση κατά την παρέμβασή του στο PIPOL V, πριν από μερικά χρόνια. Και ωστόσο, πρόκειται για τον ορισμό του υποκειμένου που η πρακτική και η κλινική της ψυχανάλυσης δεν μπορούν παρά να υποθέσουν. Δεν μπορώ παρά να τον υπενθυμίσω συνοπτικά. 

Από τη μία πλευρά, το όλον του υποκειμένου μπορεί να «εξηγηθεί», να οδηγηθεί σε προσδιορισμούς που έχουν να κάνουν με την οικογενειακή, κοινωνική, πολιτιστική του τοποθέτηση. Το όλον του υποκειμένου μετατοπίζεται μέσα στη διάσταση των ταυτίσεών του, των εγγραφών του, του ανήκειν του, και εν ολίγοις με ό,τι καθιστά την ιστορία του. Πρόκειται για τη διάσταση που ο Λακάν αποκαλεί «αλλοτρίωση». 

Όμως, από την άλλη, το όλον του υποκειμένου δεν μπορεί να εξηγηθεί, να προσδιοριστεί, να αντιστοιχίσει σε μια ιστορία, δεν σχετίζεται όλο με τη γνώση, εφόσον, σε ένα σημείο αναπαραστάσεις, προσδιορισμοί, αιτίες λείπουν στον Άλλον, σημαδεύουν την αλλοτρίωση του υποκειμένου. Πρόκειται για εκείνο που ο Φρόιντ αποκάλεσε «ενόρμηση» και ο Λακάν «αίτιο», τρόπο απόλαυσης, όπου η πράξη του υποκειμένου διαφεύγει της απόλυτης σημαίνουσας ενσωμάτωσης, όπου το αίτιο της επιθυμίας του υποκειμένου δεν είναι σημαινοποιήσιμο (δεν μπορεί να σημαινοποιηθεί), δεν μπορεί να ονοματιστεί. Πρόκειται για το σημείο της ύπαρξής μου που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «χωρίς εξήγηση», αποχωρισμένο από οτιδήποτε μπορεί να με ορίσει, να μου δώσει κάποια ταύτιση, να με γνωρίσει, και σε αυτό το βαθμό, αποχωρισμένο ακόμη και από εμένα τον ίδιο: το πιο ενικό, το πλέον διαφορετικό ενός υποκειμένου, το πιο πραγματικό ενός υποκειμένου είναι συνεπώς επίσης εκείνο που είναι πιο αποχωρισμένο από το ίδιο το υποκείμενο, από ό,τι θα μπορούσε να αισθανθεί ή να γνωρίσει για τον εαυτό του. Όμως, είναι επίσης το σημείο όπου το αίτιο της πράξης του διαφεύγει της εξήγησης, του συμπεράσματος, της αιτιολόγησης, όπου το αίτιο της δράσης του αφορά κάτι που πηγαίνει πέραν του κινήτρου (ή της αρχής της ηδονής, για να ξαναπιάσουμε τον Φρόιντ). 

Εδώ είναι το σημείο όπου αυτή η έννοια του αποχωρισμού συναντάει την έννοια της βούλησης, όπως την απομόνωσε ο Καντ, και ο Λακάν την συνέδεσε με εκείνη που μπορούμε να εξαγάγουμε από το έργο του Σαντ. Την υπενθυμίζω εδώ εν συντομία. Η βούληση, όπως την αναδεικνύει ο Καντ, δεν έχει μεγάλη σχέση με την κλασική βούληση. Η βούληση της παράδοσης είναι μια βούληση που καθοδηγείται ή κινητοποιείται από ένα καλό, ένα ιδανικό, ένα ενδιαφέρον, ή από κάθε είδους λόγους ή αιτιολογίες. Ο Καντ, που θέλει να ανακτήσει για το υποκείμενο κάτι της βεβαιότητας που είναι εφικτή μέσω της μαθηματικής αλήθειας, φέρνει στο φως το γεγονός,  όπως λέει, μιας βούλησης που δεν είναι παρά καθαρή βούληση, διαχωρισμένη από κάθε μάθηση και συνεπώς διαχωρισμένη από κάθε λογική δράσης που θα την καθόριζε, μια βούληση που δεν υπακούει παρά στον εαυτό της, και συνεπώς ο απόλυτος χαρακτήρας της είναι το σημάδι της ίδιας της ηθικής δράσης του ατόμου. 

Μόνο που αυτός ο απόλυτος, μη σχετικός, βέβαιος χαρακτήρας, της πράξης της βούλησης ως ηθική πράξη – εν αντιθέσει με μια πράξη που θα υποκινούνταν για παράδειγμα από την ευαισθησία, την αγάπη του εαυτού ή του πλησίον – καταλήγει να συγχέεται με την αυθαίρετη πράξη, με το καπρίτσιο, με το καθαρό «το θέλω γιατί το θέλω», εφόσον η πράξη της βούλησης είναι μάλλον μια πράξη βούλησης (και όχι μια «παθολογική» πράξη, με την έννοια του Καντ), την οποία κανένας νόμος ή κίνητρο δεν προσδιορίζουν και κανείς συλλογισμός δεν επιτρέπει να συναχθεί, και συνεπώς τίποτε άλλο από την ίδια δεν μπορεί να την αποδώσει. Η βούληση συγχέεται λοιπόν με την ενόρμηση, ή με τους όρους του Λακάν, με την απόλαυση, δηλαδή με εκείνο το σημείο του υποκειμένου που είναι χωρισμένο από κάθε σημαινοποίηση. Το πιο πραγματικό ενός υποκειμένου, δηλαδή το σημείο όπου είναι στον μέγιστο βαθμό αποχωρισμένο από κάθε σημαίνοντα επικαθορισμό– που είναι συνεπώς αυτό το σημείο όπου το «χωρίς εξήγηση» συναντά την απόλαυση – είναι επίσης το σημείο όπου το υποκείμενο βρίσκεται εγγύτερα στην ευθύνη του – και εκεί έγκειται το αστήρικτο ψυχαναλυτικό παράδοξο της υποκειμενικότητας. Αυτό για το οποίο έχει εν τέλει την ευθύνη, εφόσον είναι χωρισμένο από κάθε ντετερμινισμό, είναι κατά βάθος η απόλαυσή του. Η ελευθερία του, ο μη-ντετερμινισμός, είναι η στιγμή της ευθύνης του. Όμως αυτή η στιγμή της ευθύνης είναι επίσης η στιγμή της πιθανής τρέλας. 

Η συμβολή των λακανικών ψυχαναλυτών σε αυτό το ερώτημα πάντοτε ταλαντεύθηκε μεταξύ δύο πόλων, χωρίς όμως να αντιμετωπίσει ποτέ το πρόβλημα της άρθρωσής τους. Από τη μία, συνίσταται συχνά στη θρηνολογία για την παρουσία ψυχωτικών υποκειμένων στις φυλακές, ελλείψει μιας ορθής διάγνωσης της κλινικής διάστασης. Από την άλλη, συνίσταται στην αναφορά, όμως με έναν τρόπο αφηρημένο, της αρχής της ευθύνης που είναι εγγενής στην κατάσταση του υποκειμένου ως τέτοιου. Όμως το πρόβλημα είναι το συγκεκριμένο της άρθρωσής τους εφόσον πρόκειται για την εφαρμογή της ψυχανάλυσης στην δικαστική πρακτική (ή στην ψυχανάλυση στο ίδρυμα). 

Δεν θα μπορούσαμε παρά να ακολουθήσουμε ένα δύσκολο μονοπάτι, αν θέλαμε να προσανατολιστούμε από την ψυχανάλυση σε μια δικαστική πρακτική. Μεταξύ της «ψυχικής ασθένειας», πάντα λιγότερο ή περισσότερο συνδεδεμένης με μια έννοια εκφυλισμού που οδηγεί σε έναν μη-τόπο και την καταδίκη υπό την πίεση μιας γνώμης (που λέει ότι ο δράστης της εν λόγω πράξης είναι πολύ υπολογιστικός, πολύ χειριστικός, πολύ έξυπνος για να είναι τρελός), μια «εμπειρογνωμοσύνη» προσανατολισμένη από την ψυχανάλυση θα έπρεπε να ακολουθήσει ένα στενό μονοπάτι που διαχειρίζεται κάτι της τάξης της ευθύνης για τον εγκληματία ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζει κάτι της τάξης της περίθαλψης. 

Μια εφαρμογή της ψυχανάλυσης στην εμπειρογνωμοσύνη, τουλάχιστον στην τρέχουσα αντίληψη και πρακτική της, όπως επικεντρώνεται στην επιλογή μεταξύ ασθένειας – που αποκλείει την ευθύνη – και ευθύνης – που αποκλείει την κλινική διάσταση – δεν είναι εφικτή. Η παρέμβαση σε αυτό το επίπεδο, στο επίπεδο της εκπαίδευσης, θα συνίστατο στην ανάδειξη κάθε σύνθετης προβληματικής της σχέσης μεταξύ ευθύνης και τρέλας που αναδεικνύει ο λακανικός προσανατολισμός της ψυχανάλυσης. Και εκτός αυτού, πώς να ακουστεί κάτι όταν είναι οι ίδιοι οι ψυχαναλυτές που περιορίζονται στη θεώρηση ότι δεν χρησιμεύει πουθενά η δίκη των ψυχωτικών υποκειμένων (υπονοώντας ότι θα εξυπηρετούσε κάτι το να μην τα δικάζουμε);

Ελλείψει δυνατότητας παρέμβασης εδώ, δεν θα ήταν πιο αποτελεσματική η εφαρμογή της ψυχανάλυσης ταυτόχρονα σε ό,τι προηγείται της δίκης, δηλαδή σε ό,τι προηγείται του περάσματος στην πράξη, και σε ό,τι έπεται της δίκης; Από τη μία, θα ήταν ίσως χρήσιμο να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να μπορεί να έχει μεγαλύτερη εμπλοκή στην εκπαίδευση των ψυχιάτρων. Δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν ορισμένα περάσματα στην πράξη αν μια πιο διαφωτισμένη κλινική αίσθηση μπορούσε να επιτρέψει στον ψυχίατρο να διαφοροποιήσει, για παράδειγμα, μεταξύ ενός καταθλιπτικού συνδρόμου και του άγχους θανάτου που προηγείται της μελαγχολικής αυτοκτονίας, ή να μην συγχέουμε την άκαμπτη βεβαιότητα ενός άνδρα να είναι ο σύζυγος της τάδε γυναίκας με την εκδήλωση ενός απαρηγόρητου έρωτα; Η τραγωδία της κυρίας Lhermitte (που έσφαξε τα πέντε παιδιά της) δεν θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί αν είχε ληφθεί υπόψη η οδύνη που καταμαρτυρούσε (συγκεκριμένα σε επιστολή που είχε απευθύνει στον ψυχίατρό της);

Και από την άλλη, η παρέμβαση του ψυχαναλυτή μετά τη δίκη θα μπορούσε να αναδείξει ότι η ευθύνη της πράξης δεν είναι ασυμβίβαστη με τη διάσταση της τρέλας; Μέσα στο ίδιο το πλαίσιο της ποινής, θα μπορούσε να προωθήσει έναν τρόπο συνοδείας, ο οποίος λαμβάνοντας υπόψη την τρέλα ως «ελαφρυντική περίσταση», θα δημιουργούσε τις συνθήκες μιας διαδικασίας υποκειμενικοποίησης. Εν ολίγοις, ακολουθώντας εδώ την υπόδειξη που έκανε ένας εμπειρογνώμονας κατά τη διάρκεια της δίκης του Pierre Navelot – ενός άνδρα που σκόπευε ρητώς να γίνει ένας κατά συρροήν δολοφόνος, αλλά είχε συλληφθεί ήδη από τον πρώτο φόνο – θα μπορούσαμε να αναλογιστούμε ότι η «εμπειρογνωμοσύνη» λαμβάνει χώρα μόνο μετά την απόφαση, για λόγους εφαρμογής της ποινής, και όχι πριν, για τον προσδιορισμό της ευθύνης.

Ο κόμβος ανάμεσα στην ευθύνη και την τρέλα πρέπει να είναι η αναφορά της πρακτικής μας, ακόμη και όταν αυτή λαμβάνει χώρα σε ένα ψυχιατρικό ή θεραπευτικό ίδρυμα, ιδιαίτερα όσον αφορά το φαινόμενο του περάσματος στην πράξη.

Η θέση μας δεν μπορεί να συνίσταται απλώς στο να εφαρμόζουμε της έννοιας της ευθύνης  στη συμπεριφορά του υποκειμένου, χωρίς να ανησυχούμε για εκείνο που μέσα στο ιδρυματικό πλαίσιο, στο οικογενειακό πλαίσιο ή ακόμη και στην ίδια την παρέμβασή μας ενδέχεται να οδηγήσει το υποκείμενο σε μια ρήξη, σε ένα συμπέρασμα ή σε έναν «αποχωρισμό». Καθώς αυτές οι στιγμές της πράξης κινδυνεύουν να υλοποιηθούν εκτός των συμβολικών συντεταγμένων. Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι λαμβάνοντας απλώς κυρώσεις, πρέπει επίσης να λάβουμε υπόψη μας το βραχυκύκλωμα που κινδυνεύει να συμβεί μεταξύ προσποιητού και πραγματικού, αν το σημαίνον πλαίσιο κινδυνεύει να οδηγήσει το υποκείμενο σε μια στιγμή «αποχωρισμού», χωρίς να έχει υπάρξει «εξαγωγή» του αντικειμένου. Έχουμε την ευθύνη να αποτρέπουμε το πέρασμα στην πράξη λαμβάνοντας υπόψη το κλινικό πλαίσιο του υποκειμένου. 

Όμως, δεν μπορούμε απλώς να στηριχτούμε στην κλινική για να απαλλάξουμε το υποκείμενο από κάθε συνέπεια της πράξης του. Το ότι μια πράξη έχει συνέπειες δεν πρέπει να περάσει σιωπηλά. 

Η πρόκληση της πρακτικής σε ίδρυμα είναι επιχειρήσουμε να δέσουμε αυτούς τους δύο πόλους της απροσδιοριστίας, τους δύο πόλους της ελευθερίας του υποκειμένου: την ευθύνη και την τρέλα.

Μετάφραση: Πολίνα Αγαπάκη