08/09/2020 ΓΡΑΦΟΣΦΑΙΡα 121

 Συνέντευξη με τον Επαμεινώνδα Θεοδωρίδη για τη δουλειά στο ίδρυμα

ΓΡΑΦΟΣΦΑΙΡα: Κύριε Θεοδωρίδη, μπορείτε να μας περιγράψετε το θεσμό στον οποίο εργάζεστε και πώς προσέρχονται εκεί οι νέοι;
 
Επαμεινώνδας Θεοδωρίδης: Πρόκειται για το Τμήμα Ψυχιατρικής Εφήβων και Νέων που ανήκει στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Γ. Γεννηματάς, ενώ υπάρχει και ένα Τμήμα Ψυχιατρικής Ενηλίκων. Δεχόμαστε έφηβους και νέους από την ηλικία των 14 έως 23 ετών, μια ηλικιακή περίοδος που ορίζεται στο καταστατικό του τμήματος από τότε που ιδρύθηκε.
 
Το τμήμα λειτουργεί με εξωτερικά ιατρεία και έχουμε και ένα νοσοκομείο ημέρας.
 
Στα εξωτερικά ιατρεία έρχονται οι έφηβοι ή νέοι μετά από ραντεβού, δεν δεχόμαστε δηλαδή ασθενείς ως, π.χ., ένα τμήμα επειγόντων. Οι ενδιαφερόμενοι τηλεφωνούν στο τμήμα, τους ζητείται ο λόγος για τον οποίο τηλεφωνούν, δίνουν τα στοιχεία τους και σ’ ένα δεύτερο χρόνο τους δίνεται το ραντεβού μ’ έναν ψυχίατρο ή ψυχολόγο. Στο τμήμα υπάρχουν αυτή τη στιγμή τέσσερις ψυχίατροι και δυο ψυχολόγοι.
 
Γρ.: Είναι οι ίδιοι οι νέοι που τηλεφωνούν για να ζητήσουν ένα ραντεβού;
 
Ε.Θ.: Συνήθως τηλεφωνούν οι γονείς τους, τα αιτήματα είναι από τους γονείς. Ο πατέρας ή η μητέρα τηλεφωνεί, παραδείγματος χάρη, και ζητά ραντεβού για το γιο τους, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους ζητάει το ραντεβού. Δεν δίνει όλο το ιστορικό, μόνο δυο λόγια για να περιγράψει τα συμπτώματα ή τις δυσκολίες που υπάρχουν με τον έφηβο ή τον νέο. Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις, ηλικίας όταν έχουν τελειώσει το λύκειο, οι οποίοι μπορούν να απευθυνθούν σ’ εμάς κατευθείαν. Ζητούν να δουν κάποιον ειδικό εξηγώντας για ποιο λόγο κ.λπ. Όμως η πλειοψηφία των αιτημάτων προέρχεται από τους γονείς. Βέβαια, γίνεται σαφές στους γονείς που τηλεφωνούν ότι θα τους δεχτούμε εφόσον και ο έφηβος συμφωνεί. Δηλαδή ζητάμε τη συγκατάθεση του εφήβου. Δεν έχει νόημα να τον φέρουν με το ζόρι. Πριν δοθεί ραντεβού στα εξωτερικά ιατρεία ζητάμε από τους γονείς να μας πούνε ότι γι’ αυτή τη συνάντηση δίνει τη συγκατάθεσή του και ο έφηβος.
 
Επίσης δε δεχόμαστε απευθείας τους γονείς όταν έρθει για πρώτη φορά ένας έφηβος. Βλέπουμε πρώτα τον έφηβο και αν χρειαστεί μετά την πρώτη συνάντηση, βλέπουμε και τους γονείς. Συνήθως τους βλέπουμε για να μας εξηγήσουν τι συνέβη κ.λπ. Αλλά βλέπουμε πρώτα τον έφηβο γιατί μ’ αυτόν θα εργαστούμε. Αυτός είναι ο ενδιαφερόμενος στην υπόθεση. Δίνουμε μεγάλη σημασία η πρώτη επαφή να γίνει με τον ίδιο τον έφηβο. Βέβαια συνήθως έρχονται στο πρώτο ραντεβού συνοδευόμενοι από τους γονείς αλλά και πάλι βλέπουμε πρώτα τον έφηβο και στο τέλος της συνάντησης, ζητώντας βέβαια την άδεια από τον έφηβο, καλούμε μέσα και τους γονείς στο γραφείο για να μας πουν κι εκείνοι τι έχουν να πουν, να δώσουν ένα ιστορικό από την παιδική ηλικία κ.λπ. Αυτός είναι ο τρόπος υποδοχής των νέων στα εξωτερικά ιατρεία.
 
Από την άλλη υπάρχει και το νοσοκομείο ημέρας, όπου νοσηλεύονται οκτώ έφηβοι ή νέοι, όπου υπάρχει μια ομάδα – νοσηλευτών, εργοθεραπευτών, εικαστικός, καθηγητές – όπου οι έφηβοι δεν μπορούν να πάνε στο σχολείο διότι η ψυχοπαθολογία τους το απαγορεύει. Για όσους δεν μπορούν λόγω των δυσκολιών και προβλημάτων που έχουν να ενταχθούν στο σχολικό περιβάλλον – το φυσικό θεσμό που δέχεται τους εφήβους σ’ αυτήν την ηλικία – και να επιτελέσουν μια κανονική φύση, υπάρχει αυτή η λύση, όπου διοργανώνονται διάφορες δραστηριότητες από την ομάδα και όσοι θέλουν έχουν και τη δυνατότητα να συνεχίσουν τα μαθήματά τους, γιατί αυτά τα παιδιά  συνήθως βρίσκονται στο καθεστώς του κατ’ ιδίαν διδαχθέντος.
 
Εκεί τα παιδιά βρίσκονται είτε μετά από αίτημα των γονιών, ενός ιδιωτικού ψυχιάτρου, είτε από τα εξωτερικά ιατρεία, που κρίνουμε ότι θα τους ήταν επωφελές να πάνε στο νοσοκομείο ημέρας. Για να εισέλθει το παιδί εκεί πρέπει να συμφωνεί, αυτό είναι το άλφα και το ωμέγα της διαδικασίας, να το θέλει ο ενδιαφερόμενος, αν δεν το θέλει δε γίνεται τίποτα. Αν μας έχει παραπεμφθεί από έναν ιδιώτη, ο ψυχίατρος στα εξωτερικά ιατρεία το βλέπει δυο-τρεις φορές μέχρι να αντιληφθούμε κι εμείς περί τίνος πρόκειται και στη συνέχεια οργανώνεται μια συνάντηση με την ομάδα του νοσοκομείου ημέρας όπου ο ψυχίατρος παρουσιάζει το παιδί στην ομάδα και παίρνεται η απόφαση της νοσηλείας του.
 
Γρ.: Οι γονείς έχουν κάποια σχέση με το τμήμα; Βλέπετε γονείς;
 
Ε.Θ.: Ναι, αυτό το κρίνει ο κάθε κλινικός που βλέπει το παιδί. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Τα παιδιά τα βλέπεις μια φορά την εβδομάδα, είναι μια καλή συχνότητα, όμως τον υπόλοιπο καιρό είναι στο σπίτι, έχεις να κάνεις με τους γονείς. Υπάρχουν περιπτώσεις που χρειάζεται μια παρέμβαση στο επίπεδο των γονιών. Η δουλειά που γίνεται μαζί σου θα πρέπει να μην ακυρώνεται στο σπίτι και να επιτρέπεται να εξελιχθεί διαφορετικά. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις κάποιος άλλος, συνήθως μια κοινωνική λειτουργός, βλέπει τους γονείς. Δεν κάνουμε θεραπεία γονέων, αλλά συμβουλευτική. Πάντοτε στο κέντρο του ενδιαφέροντος είναι ο έφηβος και οι παρεμβάσεις της κοινωνικής λειτουργού με τους γονείς είναι πώς θα καταστεί το οικογενειακό περιβάλλον πιο θετικό ή λιγότερο τοξικό ως προς τον έφηβο. Και αυτό βέβαια γίνεται και πάλι με τη συγκατάθεση του εφήβου. Γίνεται το ερώτημα στον έφηβο, οι οποίοι σπάνια λένε όχι, «ναι, ναι, να δεις τους γονείς μου, χρειάζονται κι αυτοί» λένε.
 
Γρ.: Παρότι πρόκειται για ένα ψυχιατρικό πλαίσιο, είναι ήδη εμφανές τι κοινό μπορεί να υπάρχει στη λειτουργία του με τις αρχές της ψυχανάλυσης, καθώς και στις τρεις περιπτώσεις που μας περιγράψατε, αναζητείται κάτι από το υποκείμενο, είτε να τηλεφωνήσει το ίδιο, να συμφωνήσει να έρθει ή να είναι εκεί, να δείτε τους γονείς του…
 
Ε.Θ.: Ναι, δεν μπορούμε να εργαστούμε διαφορετικά. Βεβαίως υπάρχει και η κατηγορία των εισαγγελικών εντολών. Περιπτώσεις παιδιών που έρχονται με εντολή εισαγγελέως, πολλές φορές και με την εντολή για παρακολούθηση, διάγνωση ή διάγνωση και παρακολούθηση. Το χρονικό διάστημα δεν καθορίζεται. Εκεί δεν μπορούμε να αρνηθούμε ούτε εμείς, ούτε το παιδί. Εκεί το αποτέλεσμα είναι λιγότερο ή περισσότερο αίσιο. Από τη δική μου πείρα, εκείνοι που έρχονται μετά από εισαγγελική εντολή μένουν για ένα χρονικό διάστημα και μετά σταματάνε, καθώς δεν έχουν επιλέξει αυτοί να έρθουν. Αυτό είμαστε υποχρεωμένοι να το επισημάνουμε στον εισαγγελέα.
 
Γρ.: Και τα ζητήματα που απασχολούν τους εφήβους και τους γονείς τους ποια είναι;
 
Ε.Θ.: Πολύ συχνά είναι αιτήματα αγχώδους διαταραχής, οι έφηβοι, δηλαδή, νιώθουν άγχος και δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στις σχολικές απαιτήσεις, το οποίο πολλές φορές συνοδεύεται και από χαμηλή αυτοεκτίμηση, είναι περισσότερο κλεισμένοι στον εαυτό τους, χωρίς παρέες, φίλους, κ.λπ.
 
Μια άλλη κατηγορία είναι προβληματικές σχέσεις με την οικογένεια, συγκρούσεις ενδοοικογενειακού τύπου.
 
Άλλη κατηγορία είναι οι έφηβοι με καταθλιπτικό συναίσθημα. Για κάποιο λόγο έχουν χάσει την όρεξη για ζωή, που αυτό βέβαια έχει επίπτωση σε όλη τους την ύπαρξη, στην οικογένεια, στο σχολείο, στις παρέες, τους φίλους, κ.λπ.
 
Αρκετές φορές έχουμε και έφηβους με έντονα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα, με εμμονές και ψυχαναγκαστικές πράξεις. Για να φτάσουν να ζητήσουν βοήθεια, τα συμπτώματα αυτά τους απαγορεύουν να έχουνε μια κανονική ζωή.
 
Μια άλλη κατηγορία είναι οι ψυχώσεις, όπου το θέμα είναι να κάνεις τη διάγνωση της ψύχωσης. Έρχονται με ψυχαναγκαστικά συμπτώματα ή με απροσδιόριστο άγχος, ή με πτώση σχολικής επίδοσης- απομόνωση ή διάφορα παρανοϊκά στοιχεία «μιλάνε για μένα, με κοροϊδεύουνε, είμαι στόχος bullyingκαι τέτοια». Εκεί ο κλινικός θα πρέπει να μπορεί να διακρίνει την ψύχωση. Αν πάμε σύμφωνα με τις κατηγορίες του DSM,  σχεδόν δε θα κάναμε ποτέ διάγνωση ψύχωσης. Είναι λίγα τα παιδιά που έρχονται με ένα οργανωμένο παραλήρημα ή με ψευδαισθήσεις. Τα βαριά ψυχαναγκαστικά συμπτώματα, π.χ. μπορεί να είναι στο πλαίσιο μιας ψύχωσης, που πρέπει να μπορείς να διαγνώσεις.
 
Όπως και με τις διάφορες απόπειρες αυτοκτονίας. Το θέμα είναι να μπορέσεις να διακρίνεις σε ποια ψυχική λειτουργία εγγράφονται οι απόπειρες: αν απευθύνονται στον Άλλον, σ’ ένα περιβάλλον οικογενειακό, φιλικό, ερωτικό, ή αν είναι ένα παρορμητικό πέρασμα στην πράξη που είναι άλλης τάξεως. Αυτό δεν είναι ένα κάλεσμα προς τον Άλλον, αλλά καθαρά αυτοκαταστροφικού τύπου, καθαρή εκδήλωση της ενόρμησης του θανάτου. Για παράδειγμα ένα ψυχωσικός που ακούει μια φωνή που λέει «πήδα», «κρεμάσου», «μαχαιρώσου» κ.λπ., είναι σημαντικό να μπορείς να αξιολογήσεις τη δομή του υποκειμένου που έκανε την απόπειρα. Από αυτό εξαρτάται και πώς θα το αντιμετωπίσεις στη συνέχεια.
 
Γρ.: Έχετε υποδεχθεί περιπτώσεις εφήβων όπου εκλύεται η ψύχωση;
 
Ε.Θ.: Ναι, βέβαια. Συνήθως ξεκινά με αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, χαρακώνονται, κ.λπ. ή και συχνά διακοπή της φοίτησης στο σχολείο εμφανίζεται στην έκλυση.
 
Γρ.: Είναι αυτό που κινητοποιεί το περιβάλλον…
 
Ε.Θ.: Ναι, αντιλαμβάνονται ότι κάτι τρέχει. Ο έφηβος κλείνεται στο δωμάτιό του,  κλείνει τα παντζούρια, θέλει να πηδήξει από το μπαλκόνι γιατί δεν του αρέσει ότι αλλάζει το σώμα του, θεωρεί ότι αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου, τα μέλη του κ.λπ. Ακούει φωνές να τον βρίζουνε, ψευδαισθήσεις…
 
Γρ.: Ο ψυχαναλυτής με την κατάρτισή του έχει την ευαισθησία να αναζητήσει τη δομή του υποκειμένου και να εντοπίσει τι υπάρχει πίσω από τα φαινόμενα. Απ’ την άλλη, όταν το ίδρυμα και η ομάδα δεν έχουν μια τέτοια κατάρτιση, πόσο εύκολο είναι να υιοθετήσουν μια παρόμοια προσέγγιση;
 
Ε.Θ.: Το τμήμα αν και δεν είναι ψυχαναλυτικό, δεν είναι εχθρικό προς την ψυχανάλυση. Δεν υπάρχει η εχθρότητα ή η παρεξηγημένη σχέση με την ψυχανάλυση που συναντιούνται αλλού. Δεν κάνουμε απλώς διαγνώσεις και στέλνουμε τα παιδιά να κάνουν τη θεραπεία τους αλλού. Αναλαμβάνουμε εμείς οι ίδιοι τη θεραπεία των εφήβων και των νέων.
 
Επίσης, όλοι δείχνουν ευαισθησία στα παιδιά, όποιας θεωρητικής κατάρτισης και να είναι. Δεν αδιαφορεί κανένας για τους εφήβους και αυτό είναι σημαντικό, Μπορεί να έχουμε μια άλλη άποψη για τη διάγνωση, αλλά το ενδιαφέρον για τον έφηβο είναι το ίδιο.
 
Απ’ την άλλη, το τμήμα δεν είναι ψυχαναλυτικό, είναι ένας θεσμός, ένα ίδρυμα που λειτουργεί με το λόγο του κυρίου, δεν μπορεί να λειτουργήσει αλλιώς. Υπάρχει η ιεραρχία, υπάρχουν ειδικότητας, ο καθένας που εργάζεται εκεί έναν τίτλο, μια θέση και ανάλογα έχει και τις αντίστοιχες ευθύνες οι οποίες καθορίζονται από το πλαίσιο στο οποίο εργάζεται, από τους νόμους του κράτους κ.λπ. Δεν μπορεί να λειτουργήσει αλλιώς. Το ζήτημα είναι ότι ως θεσμός που διέπεται από το λόγο του κυρίου έχει ένα ιδανικό: το ιδανικό της θεραπείας, ότι «κάνω καλά τον άλλο», αυτό είναι το ιδανικό που διέπει τη λειτουργία του, να θεραπεύει. Είναι μεγάλη συζήτηση στον τομέα μας από τι τον κάνω καλά και τι είναι η θεραπεία, τι είναι η ψυχική υγεία. Η θεραπεία στηρίζεται στο ότι επανέρχεσαι σε μια προηγούμενη κατάσταση που υποτίθεται πως ήσουν υγιής. Εκεί είναι όλο το ζήτημα. Αυτή η προηγούμενη κατάσταση δε σημαίνει ότι συνιστούσε την υγεία.
 
Ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ λέει ότι η ψυχική υγεία στις μέρας μας, στις κοινωνίες δυτικού τύπου, στον πολιτισμό μας, είναι η ένταξη. Δηλαδή να είναι κανείς εγγεγραμμένος κάπου στον μεγάλο Άλλο, εντός του λόγου, κ.λπ. Για την ψυχανάλυση σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει ψυχική υγεία, υπάρχει μια δομική βλάβη στο ανθρώπινο είδος που απαγορεύει την ψυχική υγεία. 
 
Σε αντίθεση με το λόγο του κυρίου, ο ψυχαναλυτικός λόγος δεν έχει ένα τέτοιο ιδανικό, να θεραπεύσει τον άλλον. Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ότι αφήνει τον άλλο να υποφέρει. Αλλά ο ψυχαναλυτικός λόγος πάει πέρα από το να γίνει καλά ο άλλος, πέρα από το να θεραπεύσει. 
 
Γρ.: Με την παρουσία του αναλυτή στο ίδρυμα μπορεί να γίνει μια τέτοια δουλειά που δεν έχει φόντο το ιδανικό;
 
Ε.Θ.: Προσωπικά, όταν έρχεται ένα παιδί, ενώ υπάρχει ένα ιδανικό του να γίνει καλά, το οποίο δεν μπορεί να το αρνηθεί κανένας, προσπαθώ, πέρα από αυτό το ιδανικό, να δω καταρχήν πως ο έφηβος έφτασε μέχρι το τμήμα, δηλαδή, τι ήταν αυτό που του συνέβη, στην οικογένεια, στο σχολείο, με του φίλους του, που δεν μπόρεσε να τα βγάλει πέρα μόνος του και αναγκάστηκε να έρθει στο τμήμα. Ή τι συνάντησε ο ίδιος που τον οδήγησε στο τμήμα. Από την άλλη, μια άλλη έγνοια είναι τι περιμένει από το τμήμα και από τις συναντήσεις με μένα; Σε τι πιστεύει ότι μπορεί να βοηθηθεί; Θέλω να πω ότι είναι σημαντικό να τον βοηθήσω να καταλάβει τι του συνέβη, τι τον έφερε στο τμήμα, διότι μόνο έτσι μπορεί τις όποιες δυσκολίες είχε η έχει να τις δουλέψουμε μαζί. Πρέπει, όμως, πρώτα να εντοπιστούν. Τι ακριβώς ήταν αυτό που δεν μπόρεσε ο ίδιος να διαχειριστεί πριν έρθει στο τμήμα; Ή τι συνάντησε, ποια κακιά συνάντηση έκανε, και μετά να μάθει να τις αποφεύγει ή να τις αντιμετωπίζει.
 
Γρ.: Ο αναλυτής προσπαθεί, λοιπόν, να υποστηρίξει το υποκείμενο να εμφανιστεί το ίδιο.
 
Ε.Θ.: Ακριβώς.  Και να βρει τα σημεία της δικής του πορείας, τα σημεία καμπής της δικής του ιστορίας. Οι άλλοι έρχονται και παραπονούνται τι κάνει και τι δεν κάνει. Το δικό μου μέλημα είναι ο ίδιος τι λέει για όλα αυτά και αν υπάρχει κάτι που απασχολεί τον ίδιο, όχι τους άλλους, το σχολείο, την οικογένεια, γενικότερα. Αυτό είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, μια διαφορά με μια κλασσική ψυχιατρική προσέγγιση όπου προσπαθείς να τον εντάξεις σε μια κατηγορία και να δώσεις απλά τα φάρμακα σε μια νοσογραφική κατηγορία τύπου DSM, ICD-10, εκεί δίνεις τα φάρμακα και τελειώνει η ιστορία.
 
Γρ.: Σαν να μην υπάρχει κάποια έγνοια για το υποκείμενο…
 
Ε.Θ.: Βέβαια θα πει κανείς «νοιαζόμαστε, κάνουμε τη διάγνωση, δίνουμε τα φάρμακα, πάει καλύτερα, είναι πιο ήρεμος, ξαναβρήκε την όρεξη» κ.λπ., αλλά δεν ξέρεις τίποτα για το ίδιο το υποκείμενο, τον ίδιο τον ασθενή.
 
Ως ψυχίατρος και ψυχαναλυτής, η δουλειά που κάνω εγώ είναι μια ψυχαναλυτική προσέγγιση του εφήβου. Κατ’ αρχήν, όπως είπαμε, προσπαθώ να ακούσω τι μου λέει ο ίδιος ο έφηβος και όχι τι λένε οι πέριξ του εφήβου, για να μπορέσει να αναδυθεί ποια είναι η δική του δυσκολία, τι συνάντησε που του δημιούργησε το άγχος, την αναστάτωση, το να κάνει απόπειρα, το να εγκαταλείψει τις σπουδές του, γενικά το να σταματήσει να διαβάζει. Και μάλιστα, η εφηβεία είναι η περίοδος όπου συχνά εκλύεται η ψύχωση. Κι εκεί θα πρέπει να μπορείς να διακρίνεις ότι έχει γίνει η έκλυση, για να δώσεις την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, να μην αφήσεις το παιδί έρμαιο στην αποδιοργάνωσή του και στο άγχος που την κατακλύζει…
 
 
Γρ.: Ο ψυχαναλυτής δε θα πει όχι εξ ορισμού στο φάρμακο…
 
Ε.Θ.: Όχι βέβαια. Στις περιπτώσεις αυτές, δε θα αφήσουμε τον έφηβο που έχει εκλύσει η ψύχωσή του να κατακλύζεται από αυτά τα φαινόμενα, Θα δώσουμε κάτι για να μπορέσει να βρει κάποια ηρεμία αλλά και να εργαστεί και μαζί μας. Αν είναι υπό την επήρεια φωνών ή αποδιοργανωτικού άγχους, δε θα μπορεί να κάνει κάποια δουλειά μαζί σου. Σ’ αυτήν την περίπτωση οπωσδήποτε θα τον βοηθήσεις με φαρμακευτική αγωγή, για να μπορέσει να συνεχίσει να έρχεται και να σε βλέπει. Δε γίνεται αλλιώς. Αν θέτει και σε κίνδυνο τη ζωή του, ένας λόγος παραπάνω.
 
Γρ.: Στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ταχύτητα και την πληθώρα από ετοιμοφόρετες επιλογές από τις οποίες κατακλύζονται, πώς ανταποκρίνονται οι νέοι σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση, όπου απαιτείται χρόνος και μια διαδικασία υποκειμενικκής ανάληψης του λόγου, πολύ διαφορετική απ΄ αυτή που συνηθίζεται στις άλλες πτυχές της ζωής τους;
 
Ε.Θ.: … είναι αυτό το πνεύμα της ταχύτητας, το fast track. Η προσέγγισή μας είναι μια ολόκληρη διεργασία, θέλει χρόνο. Θέλει χρόνο βεβαίως. Και βέβαια είναι θέμα μεταβίβασης, του πώς θα εγκατασταθεί η μεταβίβαση σε σχέση με τον κλινικό. Αν αυτό συμβεί, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα.
 
Γρ.: Η ψυχανάλυση λοιπόν στο ίδρυμα αντέχει;
 
Ε.Θ.: Αντέχει αν αγκιστρωθεί και ο ενδιαφερόμενος. Πάντως είναι μια προσφορά.