08/09/2020 Réginald Blanchet 220

Μήπως το φροϋδικό ασυνείδητο ονειρεύεται μόνο το σεξ;

Η άρθρωση των φροϊδικών θέσεων για το όνειρο ως μόρφωμα του ασυνειδήτου εκδιπλώνεται με δύο όψεις: την όψη του νοήματος και την ενορμητική όψη. Αυτές οι δύο διαστάσεις του ονείρου–σημασιολογική και οικονομική- αρθρώνονται με επίκεντρο την επιθυμία, σύμφωνα με τη φροϊδική θέση ότι «το όνειρο είναι η εκπλήρωση μιας επιθυμίας». Για την ακρίβεια, είναι «η μεταμφιεσμένη εκπλήρωση μιας απωθημένης επιθυμίας».

1. –Η σημασιολογία του ονείρου

Πρώτη θέση : Το νόημα του ονείρου δεν είναι πάντα σεξουαλικό.

Ο Φρόιντ το λέει με τον πιο σαφή τρόπο : «Ο ισχυρισμός ότι όλα τα όνειρα απαιτούν μια σεξουαλική ερμηνεία, [...] είναι ξένος προς τη δική μου Ερμηνεία των ονείρων. Δεν βρίσκεται σε καμιά από τις επτά εκδόσεις αυτού του βιβλίου και αντιφάσκει απτά προς το υπόλοιπο περιεχόμενό του». 

Οι ιδέες του ονείρου δεν είναι πάντα σεξουαλικές, είτε ερωτικές. Ο Φρόιντ επικαλείται τα παιδικά όνειρα. Η μικρή του κόρη, η Άννα, ηλικίας μόλις ενάμισι έτους, ονειρεύεται φωναχτά «φ.άουλες, φ.άουλες του βουνού, ομελέτα, κ.έμα» το ίδιο βράδυ ύστερα από μια ημέρα δίαιτας που της είχε επιβληθεί εξαιτίας κάποιας δυσπεψίας. Υπάρχουν λοιπόν όνειρα πείνας, δίψας, όνειρα που κινούνται γύρω από διάφορες ανάγκες μη σεξουαλικές. Όμως αυτό, επισημαίνει ο Φρόιντ, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε τη σπουδαιότητα των σεξουαλικών τάσεων, με την παιδική τους μορφή, στην ψυχική δραστηριότητα των παιδιών. Ο Φρόιντ αναφέρεται εδώ κυρίως στα όνειρα με οιδιπόδεια θεματική που είναι πολύ συχνά στα παιδιά. H Ερμηνεία των ονείρων τους αφιερώνει εκτενή σχόλια: βλέπε τα τυπικά όνειρα θανάτου αγαπημένων προσώπων. Πρόκειται για οιδιπόδεια όνειρα που πραγματώνουν μια ευχή θανάτου εναντίον του αντίζηλου γονέα.

Την εξαιρετική όμως σπουδαιότητα των σεξουαλικών ονείρων η κλινική την εντοπίζει στους ενήλικες. «Όσο περισσότερο ασχολείται κανείς με την ερμηνεία των ονείρων, τόσο περισσότερο είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει ότι τα πιο πολλά όνειρα των ενηλίκων πραγματεύονται σεξουαλικά ζητήματα και εκφράζουν ερωτικές επιθυμίες. Μόνον όποιος πράγματι αναλύει τα όνειρα, δηλαδή από το έκδηλο περιεχόμενο εισχωρεί στις λανθάνουσες ιδέες, μπορεί να διαμορφώσει άποψη επ'αυτού, και όχι όποιος αρκείται να καταγράφει το έκδηλο περιεχόμενο [...]. Κατά την ερμηνεία των ονείρων δεν πρέπει ποτέ κανείς να ξεχνά αυτή τη σημασία των σεξουαλικών συμπλεγμάτων, όπως φυσικά και δεν επιτρέπεται να υπερβάλλουμε θεωρώντας την αποκλειστική ».

Αυτή είναι, λοιπόν, η θέση αρχής του Φρόιντ όσον αφορά τη σχέση του ονείρου και της σεξουαλικότητας. Συνίσταται στα εξής δύο σημεία. Πρώτον, η κυριαρχία των σεξουαλικών ονείρων αποτελεί εμπειρικό δεδομένο: η κλινική παρατήρηση το επιβεβαιώνει. Δεύτερον, το εν λόγω δεδομένο υπακούει σε μια αναγκαιότητα : η σεξουαλική ενόρμηση είναι η κατεξοχήν απωθημένη ενόρμηση. Η απαίτησή της για ικανοποίηση γίνεται έτσι εντονότερη μέσα στα μορφώματα του ασυνειδήτου. Γι’ αυτό και υποκινεί τις επιθυμίες μέσα στο όνειρο.

Οι δύο παραπάνω θέσεις συνεπάγονται ότι το όνειρο ανάγεται σε μια σκέψη, για την ακρίβεια στην άρθρωση μιας σκέψης, η οποία είναι πάντοτε σκέψη επιθυμίας. Με αυτή την έννοια, η επιθυμία εμφανίζεται στον Φρόιντ ως «η ίδια η ουσία του ονείρου».

Έτσι, η νέα σύλληψη της ερμηνείας των ονείρων που εισάγει ο Φρόιντ, ερχόμενος σε ρήξη με όλη την προηγούμενη παράδοση σ’ αυτόν τον τομέα, συμπυκνώνεται στον ακόλουθο αλγόριθμο :

Εδώ το όνειρο εγγράφεται ως σημασιολογική διαδικασία, δηλαδή ως άρθρωση της ασυνείδητης επιθυμίας μέσα στην τάξη του σημαίνοντος. Πρόκειται για γραφή και ακριβέστερα για κωδικοποίηση. Ο αλγόριθμος της ερμηνείας του ονείρου γράφεται λοιπόν, σε τελευταία ανάλυση, ως εξής :

Όπου διαβάζει κανείς ότι η ασυνείδητη επιθυμία συνιστά το έσχατο σημαινόμενο του κειμένου των ασυνείδητων σκέψεων του ονείρου.

Το ότι αυτή η επιθυμία είναι πρωτίστως και κατεξοχήν σεξουαλική, όπως το θέτει ο Φρόιντ, δικαιολογεί τη γραφή :  

(οι παρενθέσεις υποδεικνύουν ότι πρόκειται εδώ για μια τάση και όχι για απόλυτο νόμο). Αυτή ακριβώς τη δομική σχέση της επιθυμίας του ονείρου με τη σεξουαλικότητα δηλώνει η δεύτερη φροϊδική θέση που αναφέρεται στην οικονομία της ενορμητικής ικανοποίησης του ονείρου. 

2. –Η οικονομία του ονείρου

Δεύτερη φροϊδική θέση: Το όνειρο είναι η ικανοποίηση μιας επιθυμιακής ροπής.

Ο Φρόιντ θεωρεί ότι υπάρχει μια οικονομία του ονείρου. Εννοούμε με αυτό ότι η εργασία σημασιοδότησης του ονείρου, εργασία γραφής όπως ήδη είπαμε, παράγει ικανοποίηση. Είναι γνωστή η μεταφορά που μεταχειρίζεται ο Φρόιντ: η ασυνείδητη επιθυμία είναι ο κεφαλαιοκράτης της ονειρικής επιχείρησης. Έχει τη δυνατότητα να κινητοποιεί την εργασία του ονείρου και να την εκμεταλλεύεται προς όφελός της. Μπορούμε να το πούμε και ως εξής: η ασυνείδητη επιθυμία απολαμβάνει το όνειρο, και απολαμβάνει μέσα στο όνειρο. Το όνειρο αποτελεί ψευδαισθητική ικανοποίηση της ασυνείδητης επιθυμίας, λέει ο Φρόιντ. Χρειάζεται όμως να αναρωτηθούμε: Γιατί το όνειρο δεν είναι παρά ένα σύστημα ικανοποίησης της επιθυμίας; Γιατί δεν μπορεί να γίνει αλλιώς;

Ο Φρόιντ αναλαμβάνει πράγματι να αποδείξει ότι η αρχή της ικανοποίησης της επιθυμίας δεν γνωρίζει εξαίρεση. Ή μάλλον ότι οι εξαιρέσεις που θα μπορούσαμε να επικαλεστούμε είναι φαινομενικές. Όπως ισχύει στα όνειρα άγχους, τους εφιάλτες που αφυπνίζουν, τα όνειρα τιμωρίας, τα όνειρα με επώδυνο περιεχόμενο, όλα δηλαδή εκείνα τα ονειρικά μορφώματα που ο Φρόιντ κατατάσσει στα όνειρα δυσαρέσκειας (Unlustträume). O Φρόιντ αποδεικνύει ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε μ' έναν παράδοξο τρόπο ικανοποίησης της επιθυμίας (μαζοχιστικά όνειρα στα οποία η ικανοποίηση έγκειται ακριβώς στη δυσαρέσκεια που προκαλούν, ή όνειρα των οποίων η επιθυμία εμφανίζεται... ανεπιθύμητη για τον ονειρευόμενο). Ακόμη ριζικότερα μπορεί να πρόκειται για αποτυχία της λειτουργίας του ονείρου. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο, είναι σαν να είχαμε να κάνουμε με όνειρα που δεν είναι όνειρα. Εν ολίγοις, το ότι το όνειρο συνιστά πάντοτε ικανοποίηση της επιθυμίας σημαίνει ότι το ασυνείδητο δεν γίνεται παρά να επιθυμεί, δηλαδή να τείνει προς την ικανοποίηση.

Ακριβώς επειδή η ασυνείδητη επιθυμία νοείται ως πρόθεση για ικανοποίηση, συνδέεται στενά με το παιδικό στοιχείο. «Η επιθυμία που αναπαρίσταται (darstellt) στο όνειρο είναι κατ’ ανάγκην παιδική». Πράγματι, το παιδικό στοιχείο δηλώνει την ιδρυτική εγγραφή του υποκειμένου μέσα στη δυναμική της επιθυμίας που ο ψυχικός μηχανισμός συγκροτεί. Αυτή η εναρκτήρια εγγραφή είναι αξεπέραστη. Το παιδικό στοιχείο ορίζει για τον Φρόιντ την κυριαρχία της μερικής ενόρμησης, και μέσω αυτής συγκροτεί τον καθαυτό πυρήνα του ασυνειδήτου. 

Εντούτοις, φτάνοντας στο τέλος της Ερμηνείας των ονείρων o Φρόιντ σημειώνει μια επιφύλαξη για το καθεστώς του παιδικού-σεξουαλικού στοιχείου, επιφύλαξη που δημιουργεί απορίες: «Θα αφήσω ανοιχτό το ζήτημα κατά πόσο οι έννοιες της σεξουαλικότητας και της παιδικότητας είναι εξίσου απαραίτητες στη θεωρία του ονείρου». 

Ο Φρόιντ θα οδηγηθεί μάλιστα αργότερα να παραδεχτεί ότι τα όνειρα της τραυματικής νεύρωσης που εξετάζει στο Πέραν της αρχής της ηδονής (1920) εναντιώνονται οριστικά στη θεωρία για το όνειρο-επιθυμία. Αυτά τα όνειρα παρουσιάζουν πράγματι την ιδιαιτερότητα να επαναλαμβάνουν επ’ αόριστον τη σκηνή του βιωμένου τραυματικού στοιχείου. Πρόκειται για όνειρα που το κίνητρό τους δεν είναι πλέον η ικανοποίηση μιας ασυνείδητης επιθυμίας, και που η ικανοποίησή τους απέχει πολύ από το να είναι σεξουαλικής ή παιδικής-σεξουαλικής φύσεως. Η λειτουργία τέτοιων ονείρων είναι «να δεσμεύουν την ενέργεια» που είχε εισβάλει στο ψυχικό σύστημα λόγω του τραύματος και η οποία έκτοτε είχε παραμείνει ελεύθερη. Η επανάληψη των τραυματικών ονείρων αποσκοπεί στο να προσδέσει αυτή την ενέργεια κι έτσι να συγκρατήσει την τραυματική διέγερση. Όνειρα-επανάληψη λοιπόν, αντί για όνειρα-επιθυμία.

Ο Λακάν, από την πλευρά του, ανατρέπει την τελευταί αντίθεση. Υπογραμμίζει ότι η ικανοποίηση έγκειται στην ίδια την επανάληψη και ότι πρόκειται για ικανοποίηση σεξουαλική. Η ελεύθερη ενέργεια που ικανοποιείται μέσα από την καθαρή επανάληψη του ονείρου είναι η λίμπιντο, μια «χωρίς φράση» λίμπιντο, θα λέγαμε. Εκείνο που προσδίδει στο όνειρο τον τραυματικό χαρακτήρα του είναι η αποσύνδεση της λίμπιντο από το νόημα. Ο ονειρευόμενος συναντά με αυτόν τον τρόπο την αμιγή ικανοποίηση ως τέτοια, ως νοηματικά αναφομοίωτη. Έχει έτσι την εμπειρία της συνάντησης με το πραγματικό της απόλαυσης. Χρειάζεται εδώ να κατανοήσουμε ότι το ομιλ-όν για να απολαύσει δεν έχει ανάγκη τη σεξουαλική σημασία. Ο Φρόιντ σημειώνει στα Τρία δοκίμια για την σεξουαλική θεωρία ότι από μόνη της μια κατάσταση ακραίας έντασης έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει στύση, ή και εκσπερμάτιση, χωρίς να υποστηρίζεται από κάποια σεξουαλική σημασία. Η σεξουαλική διέγερση προκύπτει εδώ χωρίς σημαίνον κίνητρο. Υπάρχει λοιπόν ένα πραγματικό του σώματος, πραγματικό της ενόρμησης, που υπερβαίνει όχι μόνο την αρχή της ηδονής, αλλά και την ίδια τη διάσταση του νοήματος. Επιφέρει μια απόλαυση εκτός νοήματος, μια απόλαυση τραυματική επειδή είναι μη συμβολοποιούμενη, μη ρυθμιζόμενη από το σημαίνον. 

Για να προχωρήσουμε περισσότερο, χρειάζεται να πούμε ότι η σεξουαλική σημασία –της οποίας την πιθανή απουσία σημειώνει ο Φρόιντ, όταν επισημαίνει ότι το νόημα του ονείρου δεν είναι απαραίτητα σεξουαλικό -, η σεξουαλική λοιπόν σημασία δεν είναι παρά το πώμα, μέσα στη σημασιολογική τάξη, της μη-σχέσης φύλου που διέπει τη σχέση του ομιλούντος όντος με τη σεξουαλική πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια, κάθε όνειρο είναι κατά βάση τραυματικό, στο βαθμό που κίνητρό του παραμένει η μη-σχέση φύλου. Εννοούμε εδώ ότι τίποτε στο ασυνείδητο δεν υποδηλώνει ότι ο άντρας είναι φτιαγμένος για τη γυναίκα και αντιστρόφως, καθώς επίσης και ότι δεν υπάρχει σεξουαλική κανονικότητα.

Παράλληλα, κάθε όνειρο είναι σεξουαλικό με το να είναι απλώς ένα μόρφωμα του ασυνειδήτου. Όπως υποστηρίζει ο Λακάν, η σεξουαλικότητα είναι, πράγματι, η ίδια η πραγματικότητα του ασυνειδήτου. Είναι η πραγματικότητα όπου εδράζεται, στο πλαίσιο της ψυχικής ζωής, «η χαίνουσα δομή του ασυνειδήτου». Δομή ρωγμής που διαπιστώνουμε με την παραπραξία, το όνειρο, την παραλεξία, όπου το ασυνείδητο φανερώνεται όπως είναι, δηλαδή κάτι το μη-πραγματωμένο που γυρεύει να πραγματωθεί: «ούτε ένα είναι ούτε ένα μη-είναι, λέει ο Λακάν, αλλά ένα μη-πραγματωμένο». Αυτή η σεξουαλική πραγματικότητα του ασυνειδήτου είναι η πραγματικότητα της ενόρμησης, της μερικής ενόρμησης εννοείται. Η λίμπιντο είναι η έννοια που αποδίδει αυτή την αδιάσπαστη αλληλεγγύη του ασυνειδήτου με την ενορμητική, σεξουαλική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, όπως κάθε μόρφωμα του ασυνειδήτου, το όνειρο είναι λιβιδινικής φύσεως. Και η επιθυμία επίσης είναι πάντα σεξουαλική, αφού αρθρώνεται με την ενόρμηση και την απαίτησή της για ικανοποίηση. Ο Λακάν, στο σημείο αυτό, όπως βλέπουμε, ριζοσπαστικοποιεί τον Φρόιντ. Εκεί όπου ο Φρόιντ, όπως στο όνειρο της μικρής του Άννας, βλέπει την εκπλήρωση μιας επιθυμίας μη σεξουαλικής –επιθυμία για φράουλες, για ομελέτα, για κρέμα, εντέλει επιθυμία για φαγητό-, ο Λακάν υποστηρίζει, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ακριβώς επειδή σεξουαλικοποιούνται τα αντικείμενα της διατροφικής ανάγκης εμφανίζονται ψευδαισθητικά στο όνειρο του παιδιού. Πράγματι, η μικρή Άννα ψευδαισθητώνει στο όνειρό της, όπως παρατηρεί ο Λακάν, εστιάζοντας μόνο απαγορευμένα αντικείμενα. Η απαγόρευση είναι ο δείκτης της σεξουαλικής πραγματικότητας των εν λόγω αντικειμένων, το σημάδι δηλαδή ότι η επιθυμία που ικανοποιείται στην ονειρική ψευδαίσθηση υπερβαίνει την απλή τάξη της διατροφικής ικανοποίησης. Η επιθυμία που αρθρώνεται γύρω από την απαγόρευση πρέπει να χαρακτηριστεί σεξουαλική, στο βαθμό που η απαγόρευση είναι, εκ κατασκευής, ο κατεξοχήν εκπρόσωπος του σεξουαλικού στοιχείου στην τάξη του σημαίνοντος. Είναι το σημαίνον εκείνο που γίνεται το ένδυμα της τραυματικής, εκτός νοήματος διάστασης της σεξουαλικότητας.

Θα έπρεπε λοιπόν άραγε να υποστηρίξουμε ότι το ασυνείδητο ονειρεύεται μόνο το σεξ; Η απάντηση είναι διττή. Για τον Φρόιντ, η σκέψη του ονείρου είναι κατά βάση σεξουαλική, όχι όμως πάντοτε ούτε ολοκληρωτικά: Η ψυχανάλυση δεν είναι πανσεξουαλισμός. Για τον Λακάν, το όνειρο σκέφτεται πάντα σεξουαλικά, στο βαθμό ακριβώς που, αφενός, η ανθρώπινη σεξουαλικότητα αρθρώνεται γύρω από την απουσία σημαίνοντος για τη σχέση φύλου μεταξύ ομιλ-όντων, και που, αφετέρου, αυτή ακριβώς η απουσία κινητοποιεί τη σκέψη του ονείρου, και τη σκέψη γενικότερα. Ηψυχανάλυση είναι, αν προτιμάτε, ένας πανσεξουαλισμός, αλλά πανσεξουαλισμός της μη-σχέσης φύλου.

Μετάφραση: Νασία Λινάρδου-Μπλανσέ